Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Του Χρήστου Πετρίδη : Ποιες ελληνικές επιχειρήσεις θα αντέξουν σε μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση

Ποιες ελληνικές επιχειρήσεις θα αντέξουν σε μια νέα  χρηματοπιστωτική κρίση
Η διεθνής  χρηματοπιστωτική αβεβαιότητα εντείνεται καθημερινά και η συνήθως απαισιόδοξη διεθνής αρθρογραφία, προκαλεί προβληματισμούς και ακραίες συμπεριφορές στις αγορές. Οι εταιρίες που κατόρθωσαν  να ανταποκριθούν στη βίαιη προσαρμογή της οικονομίας
την τελευταία δεκαετία,  είναι αυτές που θα πρωταγωνιστήσουν στην επιχειρηματική πραγματικότητα της χώρας και θα εδραιωθούν στη διεθνή αγορά, εν μέσω των σαρωτικών αλλαγών της παγκοσμιοποίησης και τεχνολογικής επανάστασης.

Η επιτυχής αντιμετώπιση της διεθνούς οικονομικής κρίσης του 2008 από τις Κεντρικές Τράπεζες, δημιούργησε μια νέα φούσκα στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων μέσω των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης και την παροχή ρευστότητας, καθώς και της πολιτικής των χαμηλών επιτοκίων. Οι αντοχές του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος θα δοκιμαστούν εκ νέου όταν θα αρχίσει να σκάει η φούσκα, πιεζόμενη από τις ανισορροπίες των αναδυόμενων αγορών, τον εντεινόμενο εμπορικό ανταγωνισμό, το  υπέρογκο παγκόσμιο χρέος - το 2017 ανήλθε  στα 164 τρισ. δολάρια ή στο 225% του παγκόσμιου ΑΕΠ - συνδυαζόμενο με την αύξηση των επιτοκίων και, τέλος, την προκλητική συσσώρευση του Παγκόσμιου πλούτου - εκτιμάται ότι το 0,7% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το 46% του διεθνούς πλούτου-! 
Οι κίνδυνοι στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν αυξηθεί τον τελευταίο χρόνο, καθώς έχουν ανακύψει γεωπολιτικές διενέξεις που οδηγούν σε αύξηση τις τιμές του πετρελαίου, αυξάνεται ο πληθωρισμός και τα επιτόκια στις ΗΠΑ, ενώ συνεχίζεται η πιστωτική επέκταση διεθνώς. Στο παζλ έχει προστεθεί η Κίνα με τη χρηματιστηριακή κρίση, το υψηλό και περίπλοκο χρέος της και, τελευταία, η Ιταλία με την υποβάθμιση του αξιόχρεού της  και τη διένεξη  με την ΕΕ. 
Δημιουργείται έτσι  το κατάλληλο περιβάλλον για τον εκτροχιασμό του θετικού διεθνώς οικονομικού κύκλου, που θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις οικονομίες ολόκληρου του κόσμου. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει τον χρόνο και το βάθος της ύφεσης,  ούτε ο κίνδυνος μοιάζει να είναι άμεσος.  Παρ’ όλα αυτά θα υπάρξει και πολλές  χώρες, ακόμη και οι ισχυρές, θα βρεθούν εκτεθειμένες όταν τελικά εκδηλωθεί.
Αν η παραπάνω προσέγγιση στο διεθνές πεδίο  δημιουργεί προβληματισμό,  στη χώρα μας μετατρέπεται σε αβεβαιότητα και ανασφάλεια, κυρίως λόγω της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης.  Η χώρα συνεχίζει να λειτουργεί απερίσκεπτα και το πολιτικό της προσωπικό  επαναφέρει  πολιτικές  που την οδήγησαν στις ολέθριες συνέπειες της τελευταίας δεκαετίας. 
Αδύναμοι θεσμοί με  χαμηλή κοινωνική εμπιστοσύνη, κόπωση από τη  μακροχρόνια λιτότητα και έλλειψη συγκροτημένου σχεδίου διαφυγής. Παραγωγικό κενό και αδράνεια εξ αιτίας της μεταβλητότητας του φορολογικού πλαισίου  και  της ανταγωνιστικής δυσκαμψίας. Δημογραφική συρρίκνωση  που εντάθηκε με τη μετανάστευση των νέων και διαγενεακή έλλειψη ενότητας και αλληλεγγύης. Διεύρυνση της φτώχειας στο ένα τρίτο του πληθυσμού και έλλειψη ηθικού ανάταξης. Ανάδειξη λαϊκιστών και ανεύθυνων πολιτικών που αδυνατούν να προτείνουν λύσεις στα ουσιώδη ζητήματα της χώρας. 
Η χώρα χρεοκόπησε οικονομικά γιατί η πολιτική της ηγεσία ακόμη και σήμερα δεν λέει αλήθειες στους πολίτες  της, γιατί και οι πολίτες δεν θέλουν να ακούσουν αυτά που πραγματικά γνωρίζουν ότι θα υποστούν. Αναμένουν τον εκλογικό κύκλο με την συνήθη πολιτική συναλλαγή και ξεχνούν πως από την αλλότρια και ανειλικρινή σχέση πολιτών και πολιτικών, κερδίζουν οι επιτήδειοι και χάνει πάντα η Χώρα. 
Όμως η αμείλικτη πραγματικότητα των αριθμών, θα αναδείξει τις ανεπαρκείς πολιτικές και θα διεκδικήσει απαντήσεις, στο πώς  θα αναπτυχθεί η οικονομία, όταν για παράδειγμα ο προϋπολογισμός του 2018 θα διαθέσει 19,5 δισ. ευρώ για συνταξιοδοτική δαπάνη, για μισθούς του δημοσίου 12,7 δισ. ευρώ και 5,2 δισ. ευρώ για τόκους εξυπηρέτησης του χρέους.  Συνολικά το  70% του κρατικού προϋπολογισμού αναπαράγει τον ανορθολογισμό και την καχεκτική διαχείριση των οικονομικών δυνάμεων της χώρας, που αργά αλλά σταθερά θα επιφέρει την ολοσχερή καταστροφή, αν δεν αλλάξει.
Το πρόβλημα των τραπεζών επιδεινώνεται, καθώς σε κάθε νέα πρόταση, επιβάλλονται οι καθηλωτικές δυνάμεις της αδράνειας, παρά την επιτακτική αναγκαιότητα να αντιμετωπιστεί. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια οδηγούν σε μείωση των κερδών και αποτρέπουν τη διοχέτευση πόρων σε πιο παραγωγικές δραστηριότητες.  Δάνεια ύψους 88 δισ. ευρώ δεν εξυπηρετούνται ή θεωρούνται επισφαλή. Το ποσοστό αυτών αντιστοιχεί περίπου στο 48% του συνόλου των δανείων ή σχεδόν στο 50% του ελληνικού ΑΕΠ. 
Οι τράπεζες πιέζονται να μειώσουν τον όγκο των κόκκινων δανείων, από τα 88 δισ. ευρώ στα 40 δισ. ευρώ το 2021 για να προσαρμοστούν στους τραπεζικούς κανόνες της ΕΕ. Ο εξορθολογισμός των τραπεζικών ισολογισμών μετά και τα τελευταία stress test, είναι βέβαιο ότι θα απαιτήσει νέους επιπλέον πόρους και θα περάσει μέσα από πιθανές συγχωνεύσεις ή νέες κεφαλαιοποιήσεις και δύσκολα θα επιτευχθεί χωρίς τη συμβολή της πολιτείας από το μαξιλάρι των 24 δισ. ευρώ. 
Σε ένα τόσο ρευστό πιστωτικό περιβάλλον,  με κύρια χαρακτηριστικά την έλλειψη εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας, καλούνται πολλές ελληνικές επιχειρήσεις να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη  χρηματοοικονομική λειτουργία τους, εφόσον κατόρθωσαν εν μέσω κρίσης να αναπτυχθούν και να επεκτείνουν τη δραστηριότητα τους στη  διεθνή αγορά.  
Σήμερα περισσότερο από ποτέ απαιτείται αφοσίωση των μετόχων και του management στην ενδυνάμωση και ανάπτυξη των εταιριών,  με πολιτικές που ενισχύουν την εξωστρεφή δραστηριότητα, την αναγνωρισιμότητα και ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων στον διεθνή ανταγωνισμό, την αναβάθμιση του ρόλου του ανθρώπινου δυναμικού και  την τεχνολογική προσαρμογή  στην ψηφιακή κοσμογονία. 
Πρέπει να αυξηθεί ο βαθμός της χρηματοοικονομικής ασφάλειας των επιχειρήσεων και  της  περαιτέρω μόχλευση των ιδίων κεφαλαίων, με πολιτικές που υπεκφεύγουν της συνήθους επιχειρηματικής πρακτικής, όπως:  
* Αύξηση των ταμειακών διαθεσίμων, μέσα από νέο τραπεζικό δανεισμό και ενίσχυση της σχέσης υποχρεώσεων προς απαιτήσεις.  
* Αύξηση των γραμμών χρηματοδότησης και ενίσχυση του Μακροπρόθεσμου δανεισμού, πέρα της πενταετίας, σε σχέση με τον βραχυπρόθεσμο και σταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού κόστους.
* Αναζήτηση πιστωτικής γραμμής ακόμη και με κόστος αδράνειας και αξιοποίηση κάθε  δυνατότητας χρηματοδότησης από τράπεζες του εξωτερικού.
* Στην περίπτωση ελληνικών ομίλων, ενίσχυση του δανεισμού των συνδεδεμένων εταιριών από το τραπεζικό σύστημα της χώρας εγκατάστασης και απεμπλοκή των μητρικών εταιριών.  
* Έκδοση εταιρικών ομολόγων μετατρέψιμων ή μη, με σκοπό την διάθεση σε επενδυτές με παράλληλη σταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού κόστους.
* Διενέργεια άσκησης βιωσιμότητας σε ένα περιβάλλον ακραίων διακυμάνσεων των επιτοκίων και πιστωτικής απομόχλευσης των τραπεζών. 
* Ενδυνάμωση των σχέσεων εταιριών και τραπεζών, στη βάση της επωφελούς συνεργασίας και αλληλεπίδρασης. 

Οι παραπάνω υγιείς πρακτικές που έχουν ως σκοπό να περιορίσουν το μελλοντικό ρίσκο των εταιριών, κατά συνθήκη προκαλούν αύξηση του κόστους, και σ’ αυτό το πλαίσιο καλούνται οι ελληνικές επιχειρήσεις να επωμιστούν βάρη τα οποία θα εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και ανάπτυξή τους, καθότι ούτε η πολιτεία ούτε το χρηματοπιστωτικό της σύστημα έχουν  τις δυνατότητες να παίξουν  τον αναπτυξιακό τους ρόλο.
* Ο κ. Χρήστος Πετρίδης είναι Οικονομολόγος, ανώτατο στέλεχος-σύμβουλος επιχειρήσεων
Capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου