Αριστοτέλης Σαρρηκώστας γράφει για τους 200 εκτελεσθέντες στην Καισαριανή.
Με αφορμή την δημοσίευση για πρώτη φορά μέχρι σήμερα αυτών των ιστορικών και άγνωστων φωτογραφιών, του Γερμανού αξιωματικού Herman Heuer, από την εκτέλεση των 200 Ελλήνων ηρώων στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από τους Γερμανούς κατακτητές την Πρωτομαγιά του 1944, μου ήρθαν και πάλι στη μνήμη μου εκείνες οι συγκλονιστικές στιγμές, που σαν παιδί της κατοχής όπως μας ονόμαζαν και σε ηλικία 8 ετών μου έμειναν ανεξίτηλες στο μυαλό μου μέχρι σήμερα και θα μείνουν μέχρι την τελευταία μου αναπνοή.
Γεννημένος στην Καισαριανή το 1937, ήμουν ο Βενιαμίν της οικογένειας με έξι παιδιά χωρίς πατέρα, ο οποίος είχε πεθάνει τον Δεκέμβριο του 1941 και τον διπλό ρόλο του πατέρα και μητέρας είχε αναλάβει η κυρία Εριφύλη, η οποία έκανε τα πάντα για να μπορέσει να μας γλιτώσει από της σφαίρες του πολέμου, αλλά και από τον χειρότερο εχθρό που δεν ήταν άλλος από την πείνα, ήταν η εποχή που οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους της Αθήνας.
Εκείνο που μας έσωσε ήταν ο Ερυθρός Σταυρός, με τα καθημερινά συσσίτια που πρόσφερε στα παιδιά στο σχολείο του Ελευθερίου Βενιζέλου, εκείνο το πρωινό γάλα (σκόνη) και η μεσημβρινή σούπα μας κράτησε στη ζωή και ήταν η αιτία να γίνω μάρτυρας μιας δολοφονίας 200 ανθρώπων, και να ζήσω την σκληρή πραγματικότητα εκείνων των ημερών.
Θυμάμαι σαν να είναι μπροστά μου τώρα, εκείνο το πρωινό της 1ης Μαΐου του 1944, όταν μαζί με τα δυο πρώτα ξαδέρφια μου τον Βαγγέλη και την Ελένη Μπαλάκου 6 και 7 εγώ 8 ετών, πιασμένοι χέρι-χέρι ανηφορίζαμε την κεντρική λεωφόρο βασιλέως Κωνσταντίνου για το σχολείο Βενιζέλου, περνάγαμε ανάμεσα από Γερμανούς στρατιώτες που είχαν στήσει πολυβόλα και μυδράλια και στις δύο πλευρές του κεντρικού δρόμου και έκαναν έλεγχο σε όποιον περνούσε, εμάς τα παιδιά μας άφηναν να περνάμε.
Σε κάποια στιγμή μπροστά από την εκκλησία της Παναγίας, είδα να περνάνε Γερμανικά στρατιωτικά καμιόνια γεμάτα με πολίτες, οι οποίοι τραγουδούσαν και έλεγαν τον Εθνικό Ύμνο, εμάς δεν μας πέρασε ποτέ η ιδέα ποιοι ήταν και που τους πήγαιναν, αυτοί όμως ήξεραν, γνώριζαν ότι τους πήγαιναν να τους εκτελέσουν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Εκείνη την ημέρα μετά το πρωινό και αφού μας έδωσαν το μεσημβρινό στα κατσαρολάκια που είχαμε πάντα μαζί μας, μας είπαν ότι πρέπει να επιστρέψουμε στα σπίτια μας γιατί κάτι είχαν μάθει και φοβήθηκαν ότι πιθανόν να είχαμε φασαρίες στους δρόμους της Καισαριανής.
Λίγο αργότερα παίρνοντας τον ίδιο δρόμο της επιστροφής είδα τα ίδια καμιόνια να κατηφορίζουν την λεωφόρο, με την μόνη διαφορά αυτή τη φορά δεν άκουγα τραγούδια ούτε τον Εθνικό μας Ύμνο, αλλά από το πίσω μέρος των καμιονιών να στάζει αίμα, είδα αυτές οι σταγόνες να σχηματίζουν ένα ματωμένο αυλάκι στην άσφαλτο του δρόμου.
Παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας μου, τότε κατάλαβα τι ακριβώς είχε συμβεί, αυτό το αίμα ήταν το αίμα αυτών που πριν λίγο είχαν εκτελεστεί στο σκοπευτήριο ως αντίποινα, γιατί στους Μολάους της Σπάρτης οι αντάρτες είχαν σκοτώσει 2-3 αξιωματικούς των κατοχικών Γερμανικών δυνάμεων, τότε κατάλαβα ότι αυτό το αίμα ήταν των 200ων Ηρώων που με ψηλά το κεφάλι έδειξαν στους κατακτητές, ότι μπορεί να τους φυλάκισαν, να τους βασάνισαν, να τους έστησαν στον τοίχο και να τους εκτέλεσαν αλλά δεν μπόρεσαν να τους αφαιρέσουν το υψηλό φρόνιμα του Έλληνα, του Έλληνα που άφησε ως παρακαταθήκη ότι «Η Ελευθερία δεν Χαρίζεται», ότι «Η Ελευθερία Κατακτιέται».
Ο βετεράνος φωτορεπόρτερ του Associated Press, Αριστοτέλης Σαρρηκώστας, ήταν ο μοναδικός που κατέγραψε την εισβολή του τανκ στο Πολυτεχνείο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου