Το ερώτημα αυτό δεν έχει σκοπό να ανοίξει έναν δημοκρατικό διάλογο γύρω από τη λαϊκή κυριαρχία ή την πολιτική ηγεμονία υπέρ της κοινωνίας, αλλά μάλλον να προβλέψει το μέλλον και να οργανώσει το παρόν με όρους πίεσης και στρατηγικής απομόνωσης.
Το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα που βρίσκεται στο μεσαίο πολιτικό πεδίο, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της παγίδας. Οποιαδήποτε απάντηση δώσει θα στρέψει το πολιτικό κοινό είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά. Το ίδιο το ερώτημα λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής διαφθοράς πριν καν διαμορφωθεί η πραγματική εκλογική απόφαση.
Βρισκόμαστε σε μια διαταραγμένη κοινωνία, χωρίς ισχυρές συλλογικές προσδοκίες, με μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και περιορισμένη πίστη σε σημαντικές αλλαγές. Ταυτόχρονα, πρόσφατα έχουν ανακύψει σοβαρά ζητήματα θεσμικής λειτουργίας, όπως κρούσματα διαφθοράς, υπεξαίρεσης και διαχείρισης της Εθνικής Καταστροφής των Ναών, λόγω της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τα οποία έχουν θέσει τέλος στην αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, παρά την επιδείνωση αυτή, το πολιτικό πεδίο δεν παράγει σαφείς εναλλακτικές στρατηγικές, αλλά κινείται σε επίπεδο διοίκησης.
Το βασικό ζήτημα δεν είναι πλέον «με ποιον θα κυβερνήσει», αλλά «πώς θα κυβερνήσει». Οι μονοκομματικές κυβερνήσεις ιστορικά έχουν συνδεθεί με ανασφάλεια, υποκρισία και θεσμική δυσλειτουργία, ενώ οι πολυκομματικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα εμφανίζονται κυρίως σε περιόδους κρίσης και συνδέονται στη συλλογική εμπειρία με σκληρά μέτρα και κοινωνική πίεση. Από τις μεταβατικές κυβερνήσεις έως τις μνημονιακές κυβερνήσεις, το κοινωνικό προφίλ ήταν συχνά ισχυρό και είχαμε έντονη μείωση του εισοδήματος και μείωση του κοινωνικού κράτους.
Ταυτόχρονα, τα κόμματα έχουν απομακρυνθεί από την κοινωνία. Λειτουργούν είτε ως προσωπικά σχήματα είτε ως κλειστές ομάδες εξουσίας. Δεν παράγουν πλέον σχέδια κοινωνικής πρόνοιας ή προσαρμογής. Αυτή η παρακμή συνοδεύεται από εσωκομματικές συγκρούσεις, αποκλεισμούς και έλλειψη πολιτισμικής σύνθεσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρηθεί προαποφασιστική. Το πολιτικό πεδίο είναι ρευστό, πολυδιάσπαστο και ανοιχτό σε πολλαπλές εξελίξεις.
Η απαίτηση για προεκλογική δέσμευση συνεργασίας λειτουργεί ως περιορισμός της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας.
Επομένως το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι οι συμμαχίες, αλλά το κατέσος διαρόμενος.
Το πρώτο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι «με ποιον», αλλά «από ποιον» θα κυβερνηθεί η χώρα. Αυτό προϋποθέτει
Δεύτερον εσωτερική δημοκρατία στα κόμματα και δυνατότητα σύνθεσης διαφορετικών χρόνων. Δηλαδή, αν δεν ταιριάζεις σε όλες τις απόψεις του κόμματός σου, πώς θα συγχρονιστείς με τα άλλα κόμματα;
Το αίτημα
Ωστόσο, πέρα από το ερώτημα και πέρα από τα συμφραζόμενα, υπάρχει και ένας τρίτος καθοριστικός παράγοντας στο αίτημα. Στην πολιτική, δεν κερδίζει μόνο αυτός που θέτει το ερώτημα ή αυτός που ορίζει τους όρους, αλλά πάνω απ' όλα, αυτός που καταφέρνει να διατυπώσει και να επιβάλει ένα σαφές κοινωνικό αίτημα.
Το αίτημα είναι αυτό που δίνει κατεύθυνση, νομιμοποίηση και πολιτική δυναμική.
Όποιος υποβάλλει το αίτημα να αναγνωρίσει η κοινωνία ως δική του, αυτό τελικά επικυρώνεται από την κοινωνία. Το αίτημα γίνεται το σημείο σύγκλισης της αντιπολίτευσης και ο άξονας πάνω στον οποίο οργανώνεται η πολιτική αντιπολίτευση.
Συμπαρέσμα Η πολιτική δωμανία άρα και ή μορφή διακρέασας ολοκληροσίας στο και στο και στις καταθέσεις, και στο πούμενο που και στην κοινωνία.
Τελικά, το πολιτικό παιχνίδι διαμορφώνεται από τρία επίπεδα: ποιος θέτει το ερώτημα, ποιος ορίζει το πλαίσιο και ποιος κατασκευάζει το αίτημα. Όποιος ελέγχει αυτά τα τρία επίπεδα, διαμορφώνει την πολιτική μορφή.
Τελικά, το πολιτικό παιχνίδι διαμορφώνεται από τρία επίπεδα: ποιος θέτει το ερώτημα, ποιος ορίζει το πλαίσιο και ποιος κατασκευάζει το αίτημα. Όποιος ελέγχει αυτά τα τρία επίπεδα, διαμορφώνει την πολιτική μορφή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου