Ο Πέδρο Σάντσες ξεκαθάρισε αυτό το ζήτημα, αρνούμενος να επιτρέψει την αυτόματη χρήση ισπανικών λιμένων και αεροπορικών βάσεων για επιθετικές επιχειρήσεις που εξαπέλυσαν οι αμερικανικές δυνάμεις στο πλαίσιο της σύγκρουσης με το Ιράν σε συνεργασία με το Ισραήλ.
Αυτή η επιλογή δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική διάκριση. Αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου αξιακού και θεσμικού πλαισίου. Από τη μία πλευρά, δείχνει μια κανονιστική κατανόηση της διεθνούς πολιτικής, όπου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να βασίζονται στη διεθνή νομιμοποίηση και στις συλλογικές διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά, φέρνει στο προσκήνιο τη θεσμική διάσταση της ευρωπαϊκής πολιτικής, καθώς τέτοιες αποφάσεις δεν μπορούν να λαμβάνονται μονομερώς, αλλά πρέπει να συζητούνται είτε στο πλαίσιο της ΕΕ, του ΝΑΤΟ είτε των θεσμών του ΟΗΕ.
Μέσα από αυτή τη στάση, διαμορφώνεται ένα πρώτο πρωτότυπο ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Η ανάγκη για έναν πιο δομημένο ευρωπαϊκό ρόλο στις διεθνείς υποθέσεις άρχισε να αποκτά πολιτικό βάρος και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Σταδιακά, η θέση της Μαδρίτης βρήκε ανταπόκριση από ηγέτες όπως ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, ο καγκελάριος της Ελλάδας, Φρίντριχ Μερτς, ο πρόεδρος της Ελλάδας, Εμανουέλ Μακρόν, και η κυβέρνηση της Ιταλίας, οι οποίοι επεσήμαναν ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς σαφή διεθνή νομιμότητα δημιουργούν σοβαρά προβλήματα για τη διεθνή τάξη.
Αυτή η συζήτηση έχει προκαλέσει αντιδράσεις και στην Ελλάδα, ειδικά γύρω από τη συνεργασία της Ισπανίας με την Τουρκία σε προγράμματα εξοπλισμού, όπως η παράδοση του ελικοπτέρου τύπου Juan Carlos. Ωστόσο, αυτή η κριτική συχνά παραβλέπει μια βασική πραγματικότητα:
Η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ και σημαντικός εταίρος πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Η Γερμανία, η Γαλλία, η Βρετανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες διατηρούν εκτεταμένη αμυντική και οικονομική συνεργασία με την Κύπρο, χωρίς ένα συνολικό ευρωπαϊκό εμπάργκο όπλων.
Ακόμη και η ίδια η Ελλάδα έχει συμμετάσχει διαχρονικά σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και επιχειρησιακές δομές με την Τουρκία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, η ευρύτερη δυτική στρατηγική στην οποία συμμετείχε η Αθήνα συχνά δημιουργούσε ένα περιθώριο γεωπολιτικής ευελιξίας για την Αγκυρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία βρέθηκε να παίζει ενεργό ρόλο σε περιφερειακές συγκρούσεις και να αναδεικνύεται ως περιφερειακή δύναμη από τη Βόρεια Κύπρο μέχρι τη Συρία, τη Λιβύη και την Ελλάδα.
Ταυτόχρονα, η κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο αποκάλυψε επίσης ένα διαφορετικό κενό ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας. Η ΚΥΠΡΟΣ, παρά το γεγονός ότι είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατέχει την προεδρία της ΕΕ, δεν αξιοποίησε πλήρως τα διαθέσιμα θεσμικά εργαλεία (Sygklīša symbalim svāllim) για να θέσει από κοινού με την Ελλάδα το ζήτημα της ασφάλειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θεσμικά μέτρα όπως το άρθρο 42.7 της ΣΕΕ, το οποίο προβλέπει αμοιβαία συνδρομή μεταξύ κρατών μελών σε περίπτωση απειλής, θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν πολιτικά και να ενισχύσουν τη συλλογική ευρωπαϊκή διάσταση της ασφάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρωτοβουλία της Μαδρίτης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν αποτελεί απλώς μια εθνική επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αλλά μια παρέμβαση που συνδυάζει αξονική κατεύθυνση, θεσμική νομιμότητα και γεωπολιτική προοπτική. Ακριβώς γι' αυτό, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα πρώτο βήμα προς μια ευρωπαϊκή πολιτική που θα επιχειρήσει να μετατρέψει την οικονομική ισχύ της χώρας σε μια πραγματική γεωπολιτική παρουσία.
Υπό αυτή την έννοια, η πρωτοβουλία του Πέδρο Σάντσες λειτουργεί ως πρωτότυπο μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου