Υπάρχουν ορισμένες φράσεις που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά στον δημόσιο διάλογο, ώστε καταλήγουν να θεωρούνται αυτονόητες αλήθειες. Μία από αυτές είναι πως «το κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας». Την ακούμε συνήθως όταν η αστυνομική καταστολή προκαλεί αντιδράσεις, όταν πολίτες διαμαρτύρονται ή όταν η εξουσία αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί τις επιλογές της. Διατυπώνεται μάλιστα με τέτοια βεβαιότητα, σαν να αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει κάθε κρατική ενέργεια.
Μόνο που πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα διατύπωση κρύβεται μια ουσιαστική παραποίηση της πολιτικής σκέψης και, κυρίως, μια επικίνδυνη αντίληψη για τη σχέση κράτους και πολίτη.Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ, στην περίφημη διάλεξή του «Η πολιτική ως επάγγελμα», το 1919, περιέγραψε το σύγχρονο κράτος ως την ανθρώπινη κοινότητα που διεκδικεί επιτυχώς το μονοπώλιο της νομιμοποιημένης φυσικής βίας μέσα σε μια συγκεκριμένη επικράτεια.Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Είναι βαθιά πολιτική.
Ο Βέμπερ δεν διακήρυξε ότι κάθε πράξη κρατικής βίας είναι νόμιμη, ούτε ότι η εξουσία δικαιούται να χρησιμοποιεί ανεξέλεγκτα τη δύναμή της. Περιέγραψε ένα θεμελιώδες γνώρισμα της κρατικής οργάνωσης, όχι ένα δικαίωμα στην αυθαιρεσία.Άλλωστε, άλλο πράγμα είναι η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας και άλλο η νομιμότητα κάθε συγκεκριμένης ενέργειάς της.
Μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει πολιτική νομιμοποίηση και, ταυτόχρονα, να λαμβάνει αποφάσεις που παραβιάζουν τον νόμο ή το Σύνταγμα. Αντίστοιχα, ένας κρατικός μηχανισμός μπορεί να έχει θεσμική αρμοδιότητα να ασκεί καταναγκασμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε χρήση του είναι δικαιολογημένη.
Το δικαίωμα του κράτους να επιβάλλει τον νόμο δεν συνεπάγεται το δικαίωμα της εξουσίας να βρίσκεται υπεράνω του νόμου.Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα.Στη δημοκρατία, οι μηχανισμοί καταναγκασμού υπάρχουν για να προστατεύουν την κοινωνία, τη δημόσια ασφάλεια και τα δικαιώματα των πολιτών. Δεν αποτελούν προσωπικό εργαλείο καμίας κυβέρνησης, ούτε μηχανισμό επιβολής της πολιτικής της βούλησης.
Η χρήση της κρατικής βίας οφείλει να ελέγχεται ως προς τη νομιμότητα, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητά της.
Διότι η δημοκρατία δεν προσδιορίζεται μόνο από το ποιος ασκεί την εξουσία. Προσδιορίζεται, πρωτίστως, από τα όρια μέσα στα οποία επιτρέπεται να την ασκεί.Και είναι ακριβώς αυτά τα όρια που ενοχλούν όσους αντιμετωπίζουν τη νομιμότητα επιλεκτικά. Όσους απαιτούν από τον πολίτη απόλυτη συμμόρφωση, αλλά θεωρούν τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας περιττή δυσκολία. Όσους επικαλούνται με ευκολία τον νόμο όταν πρόκειται να περιορίσουν μια διαμαρτυρία, αλλά γίνονται πολύ λιγότερο αυστηροί όταν καλούνται να ελέγξουν πράξεις και παραλείψεις των ίδιων των κυβερνώντων.
Για αυτή την αντίληψη, ο νόμος δεν είναι τόσο μια εγγύηση προστασίας του πολίτη απέναντι στην εξουσία, όσο μια ασπίδα προστασίας της εξουσίας απέναντι στον πολίτη.Και όταν αυτή η αντίληψη αρχίζει να κυριαρχεί, η δημοκρατία χάνει σταδιακά το ουσιαστικό της περιεχόμενο, ακόμη κι αν διατηρεί ανέπαφους τους τυπικούς θεσμούς της.
Η Ιστορία, πάντως, είχε θέσει το ίδιο ερώτημα πολύ πριν από τον Βέμπερ. Και μάλιστα με τρόπο συγκλονιστικό.
Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», που παραδίδεται ως έργο του Αισχύλου, ο Προμηθέας οδηγείται στην τιμωρία επειδή αμφισβήτησε τη θέληση του Δία και πρόσφερε στους ανθρώπους τη φωτιά. Τη γνώση, δηλαδή, τη δυνατότητα της δημιουργίας, το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει την αδυναμία του.Δεν τιμωρείται επειδή έβλαψε την ανθρωπότητα. Τιμωρείται επειδή την ευεργέτησε παραβιάζοντας την εντολή του ισχυρού.
Και ποιοι εμφανίζονται ως όργανα της εξουσίας που επιβάλλει την τιμωρία του; Το Κράτος και η Βία. Δύο προσωποποιημένες δυνάμεις που συνοδεύουν τον Ήφαιστο, στον οποίο έχει ανατεθεί να αλυσοδέσει τον Προμηθέα στον βράχο.Ο συμβολισμός είναι σχεδόν ανατριχιαστικός.Από τη μία πλευρά βρίσκεται η απόλυτη εξουσία, που απαιτεί υπακοή και τιμωρεί την αμφισβήτησή της. Από την άλλη, εκείνος που επέλεξε να παραβεί την εντολή της, επειδή έκρινε ότι υπήρχε κάτι σημαντικότερο από την υποταγή: το καλό των ανθρώπων.
Η τραγωδία δεν μας προσφέρει ένα απλοϊκό πολιτικό σύνθημα. Μας θέτει, όμως, ένα διαχρονικό ηθικό ερώτημα: αρκεί η δύναμη της εξουσίας για να καταστήσει δίκαιες τις αποφάσεις της;Και εδώ αναδεικνύεται μια εντυπωσιακή αντίφαση της εποχής μας. Άνθρωποι που επικαλούνται διαρκώς το μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας, που διακηρύσσουν τον θαυμασμό τους για τον πολιτισμό και τις πνευματικές του κατακτήσεις, μοιάζουν συχνά να παραβλέπουν ένα από τα σημαντικότερα διδάγματά του:
ότι η εξουσία δεν είναι υπεράνω της ηθικής κρίσης και ότι η αμφισβήτησή της μπορεί να αποτελεί πράξη ευθύνης και αξιοπρέπειας.
Θαυμάζουν τον Προμηθέα ως σύμβολο, αλλά στην πολιτική πραγματικότητα δείχνουν μεγαλύτερη κατανόηση για εκείνους που κρατούν τις αλυσίδες.Δεν πρόκειται, βέβαια, για μια συζήτηση που αφορά αποκλειστικά την αστυνομική βία ή την καταστολή των κοινωνικών κινητοποιήσεων. Αφορά συνολικά τη λειτουργία της δημοκρατίας και τη συνέπεια με την οποία εφαρμόζονται οι αρχές του κράτους δικαίου.
Η επιλεκτική προσήλωση στη νομιμότητα είναι ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις αυτής της αντίφασης. Όταν ο νόμος δεσμεύει τον απλό πολίτη, παρουσιάζεται ως απαράβατος κανόνας. Όταν όμως περιορίζει την ισχύ μιας κυβέρνησης, ελέγχει έναν ισχυρό παράγοντα ή δημιουργεί πολιτικό κόστος, αντιμετωπίζεται συχνά ως εμπόδιο που πρέπει να παρακαμφθεί.
Ανάλογες αντιφάσεις συναντούμε και στη διεθνή πολιτική, όπου η επίκληση του διεθνούς δικαίου δεν συνοδεύεται πάντοτε από την ίδια προθυμία σεβασμού του όταν αφορά συμμάχους και ισχυρά κράτη.
Έτσι, η νομιμότητα κινδυνεύει να μετατραπεί από καθολική αρχή σε ζήτημα πολιτικής σκοπιμότητας.Αυτό, όμως, είναι το ακριβώς αντίθετο από ό,τι οφείλει να υπηρετεί μια δημοκρατική πολιτεία.
Γιατί ο νόμος αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν δεσμεύει και εκείνον που έχει τη δύναμη να τον επιβάλλει.Το σημαντικότερο, επομένως, δεν είναι να αποδεχθούμε ότι το κράτος διαθέτει μηχανισμούς καταναγκασμού. Αυτό είναι αυτονόητο σε κάθε οργανωμένη κοινωνία. Το σημαντικότερο είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτοί οι μηχανισμοί δεν θα μετατραπούν σε μέσα αυθαιρεσίας, εκφοβισμού και πολιτικής επιβολής.
Μια δημοκρατία δεν απειλείται από τους πολίτες που διεκδικούν, διαμαρτύρονται και αμφισβητούν ειρηνικά την εξουσία. Απειλείται όταν η εξουσία αρχίζει να αντιμετωπίζει την αμφισβήτηση ως εχθρική πράξη και τη διαφωνία ως πρόβλημα δημόσιας τάξης.
Ο αυταρχισμός, άλλωστε, δεν εγκαθίσταται πάντοτε με την κατάργηση των εκλογών ή την αναστολή του Συντάγματος. Μπορεί να καλλιεργείται σταδιακά, μέσα από τη συνήθεια της υπακοής, τη δικαιολόγηση της υπερβολικής καταστολής και την αποδοχή ότι η εξουσία δικαιούται περισσότερα από όσα επιτρέπει στους πολίτες.
Γι' αυτό και η υπεράσπιση του κράτους δικαίου δεν είναι μια αφηρημένη νομική συζήτηση. Είναι καθημερινή πολιτική και δημοκρατική υποχρέωση.
Δεν σημαίνει ανοχή στην παρανομία. Δεν σημαίνει αποδοχή της ανεξέλεγκτης βίας από οποιονδήποτε. Σημαίνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ότι κανείς δεν μπορεί να επικαλείται την προστασία της νομιμότητας για να δικαιολογεί τη δική του αυθαιρεσία.
Δεν σημαίνει ανοχή στην παρανομία. Δεν σημαίνει αποδοχή της ανεξέλεγκτης βίας από οποιονδήποτε. Σημαίνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ότι κανείς δεν μπορεί να επικαλείται την προστασία της νομιμότητας για να δικαιολογεί τη δική του αυθαιρεσία.
Η δημοκρατική εξουσία δεν αποδεικνύει την ισχύ της όταν μπορεί να επιβάλλεται χωρίς αντίλογο. Αποδεικνύει τη νομιμοποίησή της όταν αποδέχεται τον έλεγχο, ανέχεται την κριτική και σέβεται τα δικαιώματα ακόμη και εκείνων που την αμφισβητούν.
Κάπου εδώ, λοιπόν, η σκέψη επιστρέφει αναπόφευκτα στον Προμηθέα.
Στον αλυσοδεμένο Τιτάνα που προτίμησε να υποστεί την οργή της εξουσίας παρά να εγκαταλείψει την επιλογή του να βοηθήσει τους ανθρώπους.
Και στο ερώτημα που εξακολουθεί να μας αφορά, είκοσι πέντε αιώνες αργότερα.
Όταν η εξουσία συγκρούεται με την ελευθερία, όταν η επιβολή αντιπαρατίθεται στη δικαιοσύνη και όταν η υπακοή απαιτεί τη σιωπή της συνείδησης, ποια θέση επιλέγουμε;
Στον αλυσοδεμένο Τιτάνα που προτίμησε να υποστεί την οργή της εξουσίας παρά να εγκαταλείψει την επιλογή του να βοηθήσει τους ανθρώπους.
Και στο ερώτημα που εξακολουθεί να μας αφορά, είκοσι πέντε αιώνες αργότερα.
Όταν η εξουσία συγκρούεται με την ελευθερία, όταν η επιβολή αντιπαρατίθεται στη δικαιοσύνη και όταν η υπακοή απαιτεί τη σιωπή της συνείδησης, ποια θέση επιλέγουμε;
Διότι η ουσία της δημοκρατίας δεν βρίσκεται στο να αναγνωρίζουμε απεριόριστα δικαιώματα σε εκείνους που κυβερνούν, αλλά στο να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα εκείνων που κυβερνώνται.
Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν θαυμάζουμε τον Προμηθέα όταν τον βλέπουμε στη σκηνή.
Είναι αν έχουμε το θάρρος να σταθούμε στο πλευρό του όταν συναντούμε τους δεσμοφύλακές του στην πραγματική ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου