Η χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας άλλαξε τη λειτουργία του καπιταλισμού. Οι εμπορικές τράπεζες, σχεδόν στο σύνολό τους, ενσωμάτωσαν επενδυτικές λειτουργίες, μετατρέποντας δάνεια, απαιτήσεις και μελλοντικά εισοδήματα σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Το χρηματιστηριακό παιχνίδι άρχισε να καθορίζει την πραγματική οικονομία. Τα funds αποτελούν επακόλουθο αυτής της μετάλλαξης.
Πρώτο στάδιο: 2003 – Ο ρυθμισμένος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός.
Ο Ν. 3156/2003 εισήγαγε το θεσμικό πλαίσιο της τιτλοποίησης απαιτήσεων. Απαιτήσεις από δάνεια, παραγωγικές δραστηριότητες και οικονομικές υποχρεώσεις μπορούσαν να συγκεντρώνονται και να μετατρέπονται σε χρηματοπιστωτικούς τίτλους. Στόχος ήταν η άντληση κεφαλαίων και η δημιουργία κερδοφορίας από την αξιοποίησή τους. Το κεφάλαιο εξακολουθούσε να συνδέεται με την παραγωγή και την οικονομική δραστηριότητα, ενώ ο επενδυτής αναλάμβανε το ρίσκο προσδοκώντας την αντίστοιχη απόδοση. Ήταν η φάση του ρυθμισμένου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.
Δεύτερο στάδιο: 2010 – Η μνημονιακή πολιτική και η επένδυση χωρίς ρίσκο.
Μετά την κρίση του 2010 και τα δύο πρώτα μνημόνια, η οικονομική φιλοσοφία αλλάζει. Βασικοί άξονες γίνονται η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και η διαμόρφωση συνθηκών επένδυσης χωρίς ρίσκο για το κεφάλαιο. Το κράτος δεν περιορίζεται στην προσέλκυση επενδύσεων· αναλαμβάνει να εξασφαλίζει την απόδοσή τους μέσω συμβάσεων, εγγυήσεων, επιδοτήσεων και αποζημιώσεων.
Οι συμβάσεις παραχώρησης και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αποτυπώνουν αυτή τη λογική. Το δημόσιο αναλαμβάνει υποχρεώσεις και εξασφαλίζει όρους λειτουργίας και πληρωμών, ενώ ο ιδιώτης αποκτά προστατευμένο πλαίσιο απόδοσης. Το ρίσκο δεν εξαφανίζεται· μεταφέρεται από τον επενδυτή στο δημόσιο και στην κοινωνία.
Τρίτο στάδιο: 2015–2016 –Τα funds ως θηρευτές
Η θήρευση της ήδη παραγμένης περιουσίας.
Με τους νόμους 4354/2015 και 4389/2016 ανοίγει η αγορά αγοράς και διαχείρισης των κόκκινων δανείων. Εδώ συντελείται ποιοτική μεταβολή. Τα funds δεν επενδύουν στην παραγωγή νέου πλούτου. Αγοράζουν απαιτήσεις πάνω σε περιουσία που έχει ήδη παραχθεί: κατοικίες, επιχειρηματικά ακίνητα και εισοδήματα νοικοκυριών.
Αγοράζουν χαρτοφυλάκια σε χαμηλότερες τιμές από την ονομαστική τους αξία, χωρίς αυτό να μειώνει αυτομάτως την οφειλή του δανειολήπτη. Η απόδοση αναζητείται στην είσπραξη των απαιτήσεων και στην αξιοποίηση της περιουσίας. Έτσι περνάμε από την παραγωγική επένδυση στη θήρευση του ήδη παραγμένου κοινωνικού πλούτου.
Τέταρτο στάδιο: 2019–2023 – Τά funds ως ΠΑΡΆΣΙΤΑ
Η θεσμική εξασφάλιση και ο παρασιτικός καπιταλισμός.
Με τον «Ηρακλή» (Ν. 4649/2019), το κράτος εγγυάται τις ανώτερες βαθμίδες των τιτλοποιήσεων, υπό συγκεκριμένους όρους. Η χρηματοπιστωτική συναλλαγή αποκτά κρατική προστασία. Ο Ν. 4738/2020 διαμορφώνει το πλαίσιο διαχείρισης της αφερεγγυότητας, ενώ ο Ν. 5072/2023 ενισχύει τη θεσμική λειτουργία των αγοραστών και διαχειριστών πιστώσεων. Έτσι ολοκληρώνεται μια νέα αρχιτεκτονική διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.
Το αποτέλεσμα είναι ένας παρασιτικός μηχανισμός μέσα στην ελληνική κοινωνία. Τα funds δεν περιορίζονται στην είσπραξη δανείων. Διαχειρίζονται μεγάλο όγκο απαιτήσεων και περιουσιακών στοιχείων. Χιλιάδες κατοικίες έχουν περάσει στην ιδιοκτησία επενδυτικών σχημάτων. Η συγκέντρωση και η χρηματοπιστωτική αξιοποίησή τους επιβαρύνουν τη στεγαστική αγορά, ενισχύουν τις πιέσεις στα ενοίκια και περιορίζουν την πρόσβαση στη στέγη.
Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ότι ο πολίτης αναλαμβάνει τον κίνδυνο της ζωής του, ενώ το κεφάλαιο αποκτά κρατικές εγγυήσεις και θεσμικές εξασφαλίσεις. Το παράσιτο δεν παράγει κοινωνικό πλούτο. Τρέφεται από τον ήδη παραγμένο πλούτο, από την εργασία, την κατοικία και το εισόδημα των ανθρώπων. Κατατρώει το μεδούλι της κοινωνίας, δεσμεύει το παρόν και υποθηκεύει το μέλλον της.
Δεν είναι απλώς μια στρέβλωση της αγοράς. Είναι ένας μηχανισμός που μετατρέπει την κοινωνική ανάγκη σε πηγή κερδοφορίας, το σπίτι σε χρηματοπιστωτικό προϊόν, την εργασία σε εγγύηση αποπληρωμής και τον άνθρωπο σε οφειλέτη χωρίς τέλος. Η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως απόθεμα περιουσίας και απαιτήσεων προς εκμετάλλευση, όχι ως χώρος παραγωγής, δημιουργίας και συμμετοχής. Έτσι, το κεφάλαιο ιδιοποιείται όχι μόνο τον πλούτο που παράγουμε, αλλά και τον χρόνο της ζωής μας.
Απέναντι σε αυτή τη λογική, το ζητούμενο δεν είναι μια καλύτερη διαχείριση των funds, αλλά η ανατροπή της κυριαρχίας τους: από την οικονομία της απαίτησης στην οικονομία της παραγωγής, από το «κατέχω» στο «μετέχω», από την αποϊδιοποίηση στην κοινωνική χειραφέτηση. Η οικονομία οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία και όχι η κοινωνία να υπάρχει για να τρέφει τα funds.
Ο Ν. 3156/2003 εισήγαγε το θεσμικό πλαίσιο της τιτλοποίησης απαιτήσεων. Απαιτήσεις από δάνεια, παραγωγικές δραστηριότητες και οικονομικές υποχρεώσεις μπορούσαν να συγκεντρώνονται και να μετατρέπονται σε χρηματοπιστωτικούς τίτλους. Στόχος ήταν η άντληση κεφαλαίων και η δημιουργία κερδοφορίας από την αξιοποίησή τους. Το κεφάλαιο εξακολουθούσε να συνδέεται με την παραγωγή και την οικονομική δραστηριότητα, ενώ ο επενδυτής αναλάμβανε το ρίσκο προσδοκώντας την αντίστοιχη απόδοση. Ήταν η φάση του ρυθμισμένου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.
Δεύτερο στάδιο: 2010 – Η μνημονιακή πολιτική και η επένδυση χωρίς ρίσκο.
Μετά την κρίση του 2010 και τα δύο πρώτα μνημόνια, η οικονομική φιλοσοφία αλλάζει. Βασικοί άξονες γίνονται η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και η διαμόρφωση συνθηκών επένδυσης χωρίς ρίσκο για το κεφάλαιο. Το κράτος δεν περιορίζεται στην προσέλκυση επενδύσεων· αναλαμβάνει να εξασφαλίζει την απόδοσή τους μέσω συμβάσεων, εγγυήσεων, επιδοτήσεων και αποζημιώσεων.
Οι συμβάσεις παραχώρησης και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αποτυπώνουν αυτή τη λογική. Το δημόσιο αναλαμβάνει υποχρεώσεις και εξασφαλίζει όρους λειτουργίας και πληρωμών, ενώ ο ιδιώτης αποκτά προστατευμένο πλαίσιο απόδοσης. Το ρίσκο δεν εξαφανίζεται· μεταφέρεται από τον επενδυτή στο δημόσιο και στην κοινωνία.
Τρίτο στάδιο: 2015–2016 –Τα funds ως θηρευτές
Η θήρευση της ήδη παραγμένης περιουσίας.
Με τους νόμους 4354/2015 και 4389/2016 ανοίγει η αγορά αγοράς και διαχείρισης των κόκκινων δανείων. Εδώ συντελείται ποιοτική μεταβολή. Τα funds δεν επενδύουν στην παραγωγή νέου πλούτου. Αγοράζουν απαιτήσεις πάνω σε περιουσία που έχει ήδη παραχθεί: κατοικίες, επιχειρηματικά ακίνητα και εισοδήματα νοικοκυριών.
Αγοράζουν χαρτοφυλάκια σε χαμηλότερες τιμές από την ονομαστική τους αξία, χωρίς αυτό να μειώνει αυτομάτως την οφειλή του δανειολήπτη. Η απόδοση αναζητείται στην είσπραξη των απαιτήσεων και στην αξιοποίηση της περιουσίας. Έτσι περνάμε από την παραγωγική επένδυση στη θήρευση του ήδη παραγμένου κοινωνικού πλούτου.
Τέταρτο στάδιο: 2019–2023 – Τά funds ως ΠΑΡΆΣΙΤΑ
Η θεσμική εξασφάλιση και ο παρασιτικός καπιταλισμός.
Με τον «Ηρακλή» (Ν. 4649/2019), το κράτος εγγυάται τις ανώτερες βαθμίδες των τιτλοποιήσεων, υπό συγκεκριμένους όρους. Η χρηματοπιστωτική συναλλαγή αποκτά κρατική προστασία. Ο Ν. 4738/2020 διαμορφώνει το πλαίσιο διαχείρισης της αφερεγγυότητας, ενώ ο Ν. 5072/2023 ενισχύει τη θεσμική λειτουργία των αγοραστών και διαχειριστών πιστώσεων. Έτσι ολοκληρώνεται μια νέα αρχιτεκτονική διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.
Το αποτέλεσμα είναι ένας παρασιτικός μηχανισμός μέσα στην ελληνική κοινωνία. Τα funds δεν περιορίζονται στην είσπραξη δανείων. Διαχειρίζονται μεγάλο όγκο απαιτήσεων και περιουσιακών στοιχείων. Χιλιάδες κατοικίες έχουν περάσει στην ιδιοκτησία επενδυτικών σχημάτων. Η συγκέντρωση και η χρηματοπιστωτική αξιοποίησή τους επιβαρύνουν τη στεγαστική αγορά, ενισχύουν τις πιέσεις στα ενοίκια και περιορίζουν την πρόσβαση στη στέγη.
Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ότι ο πολίτης αναλαμβάνει τον κίνδυνο της ζωής του, ενώ το κεφάλαιο αποκτά κρατικές εγγυήσεις και θεσμικές εξασφαλίσεις. Το παράσιτο δεν παράγει κοινωνικό πλούτο. Τρέφεται από τον ήδη παραγμένο πλούτο, από την εργασία, την κατοικία και το εισόδημα των ανθρώπων. Κατατρώει το μεδούλι της κοινωνίας, δεσμεύει το παρόν και υποθηκεύει το μέλλον της.
Δεν είναι απλώς μια στρέβλωση της αγοράς. Είναι ένας μηχανισμός που μετατρέπει την κοινωνική ανάγκη σε πηγή κερδοφορίας, το σπίτι σε χρηματοπιστωτικό προϊόν, την εργασία σε εγγύηση αποπληρωμής και τον άνθρωπο σε οφειλέτη χωρίς τέλος. Η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως απόθεμα περιουσίας και απαιτήσεων προς εκμετάλλευση, όχι ως χώρος παραγωγής, δημιουργίας και συμμετοχής. Έτσι, το κεφάλαιο ιδιοποιείται όχι μόνο τον πλούτο που παράγουμε, αλλά και τον χρόνο της ζωής μας.
Απέναντι σε αυτή τη λογική, το ζητούμενο δεν είναι μια καλύτερη διαχείριση των funds, αλλά η ανατροπή της κυριαρχίας τους: από την οικονομία της απαίτησης στην οικονομία της παραγωγής, από το «κατέχω» στο «μετέχω», από την αποϊδιοποίηση στην κοινωνική χειραφέτηση. Η οικονομία οφείλει να υπηρετεί την κοινωνία και όχι η κοινωνία να υπάρχει για να τρέφει τα funds.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου