Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Γιώργος Αρβανιτίδης : Η Κυβέρνηση κρύβεται πίσω από τους αριθμούς για να μην κάνει την πραγματική συζήτηση

Γεώργιος Αρβανιτίδης - ΠΑΣΟΚ (Β' Θεσσαλονίκης)
Νομίζω ότι πρέπει να ξεκινήσω την τοποθέτησή μου με μια φράση της Εισηγητικής Έκθεσης του Προϋπολογισμού.


Στη σελίδα 17 αναφέρει:

«Δεδομένου ότι ο κύριος όγκος των δημοσίων δαπανών κατευθύνεται σε μισθούς, συντάξεις και δράσεις κοινωνικής προστασίας, η δημοσιονομική σταθεροποίηση
επιδιώκεται σε μεγάλο βαθμό μέσω της φορολογικής πολιτικής».

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, ελλείψει σημαντικών πόρων για δημόσιες επενδύσεις, έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος – τροχονόμο, έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό που ανακατευθύνει την ροή του χρήματος μεταξύ του Δημοσίου και της Αγοράς όπως ακριβώς ο τροχονόμος κατευθύνει την κίνηση των οχημάτων σε ένα οδικό δίκτυο.

Αν σχηματοποιούσαμε την σχέση αυτή θα προέκυπτε το εξής τρίγωνο:

  • ο κύριος Τσακαλώτος βάζει φόρους για να εισπράξει,
  • ο πολίτης πηγαίνει στον γκισέ για να πληρώσει
και
  • μόλις τα λεφτά φτάσουν στον κεντρικό κουμπαρά του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ξεκινάει το Γενικό Λογιστήριο να συμπληρώνει κωδικούς πληρωμών και δαπανών.
Θεμιτό;


Θα σας πω και ένα απολύτως θεμιτό, αν όμως λύσουμε πρώτα ένα βασικό πρόβλημα.

Τα λεφτά που έχει να μοιράσει ο κύριος Τσακαλώτος φτάνουν;

Η απάντηση είναι ότι δεν φτάνουν.

Και δεν είναι ότι δεν φτάνουν μόνο στα τωρινά χρόνια, που είναι χρόνια κρίσης, αλλά ούτε και πριν έφταναν.

Αλλά και τότε είχαμε μία πιο απλή λύση: τα φτηνά δανεικά και εφησυχάζαμε ότι θα δημιουργήσουν πλεονάσματα πλούτου οι επόμενοι για να μοιράσουν οι επόμενοι στον επόμενό τους.

Έτσι φτάσαμε να έχουμε ετήσιο έλλειμμα ακόμη και 35 δισ. € το 2009, που αποτελούσε αρνητική ιστορική πρωτιά για Ευρωπαϊκή χώρα τα τελευταία σαράντα χρόνια.

Δεν πέτυχε κυρίες και κύριοι της Ν.Δ. ούτε και η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. 

Εδώ και έξι χρόνια συζητάμε για το πού πάνε τα λεφτά, που βρίσκονται οι τρύπες στα έσοδα, πόσα είναι τα ανείσπρακτα, πόσα χρωστάμε στους προμηθευτές, πόσα χρωστάμε στους δανειστές, πόσο είναι το έλλειμμα.

Και όταν τα νούμερα δεν βγαίνουν τότε ξεκινά η γκρίνια.

Και το χειρότερο δεν είναι η γκρίνια, η οποία είναι αν θέλετε ανθρώπινη και κατανοητή συμπεριφορά, αλλά το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στο σημείο που τελειώνει η ανοχή και ξεκινάει ο κοινωνικός αυτοματισμός.

Τη στιγμή, δηλαδή, που ο ένας κλάδος τρέφεται εναντίον του άλλου για να δώσει τη μάχη της επιβίωσής του.

Και εκεί τα επιχειρήματα τελειώνουν.

Αν δεν βάλουμε φρένο σε αυτό τον κατήφορο θα οδηγηθούμε σε μια κοινωνία που μη έχοντας τι άλλο να κάνει, σε τι να ελπίζει, θα τρώει ασταμάτητα τις σάρκες της.

Και σε τέτοια περίπτωση την πληρώνουν, κυρίες και κύριοι, πάντα οι αδύναμοι, τους οποίους ως Πολιτεία αλλά και ως Αριστερά οφείλουμε και οφείλετε να προφυλάξετε κύριε Υπουργέ.

Κλείνω την παρένθεση και επανέρχομαι στο κυρίως θέμα.

Αφού τα χρήματα δεν φτάνουν τότε έχετε  δύο επιλογές:
  • ή θα πείτε στον κόσμο αυτά έχουμε και αυτά μπορούμε να προσφέρουμε
  • ή θα εξηγήσετε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομία θα δημιουργήσει τον πλούτο που της λείπει για να επιστρέψουμε σε αξιοπρεπή εισοδήματα και σε πραγματικό Κοινωνικό Κράτος.
Αν σκοπεύετε να κάνετε το πρώτο, τότε δεν νομίζω ότι έχουμε και πολλά να συζητήσουμε. Είμαι βέβαιος ότι και ο Προϋπολογισμός του 2017 αλλά και οι επόμενοι θα είναι Προϋπολογισμοί που θα διαμοιράζουν την φτώχεια.


Αν όμως σκοπεύετε να δουλέψετε για να αυξηθεί ο πλούτος που παράγει η χώρα τότε αυτό έχει ενδιαφέρον για να το συζητήσουμε.

Για να το κάνουμε αυτό, όμως, πρέπει να έρθετε με σχέδιο, με χρονοδιάγραμμα και όχι να μας λέει το Υπουργείο Ανάπτυξης να μην ανησυχούμε γιατί μέχρι το τέλος του χρόνου θα πέσουν 10 δις ευρώ στην αγορά από τα οποία το ένα τρίτο είναι εξόφληση οφειλών του δημοσίου προς τρίτους.

Έρχομαι τώρα στα έσοδα.

Σε μια οικονομία που το ΑΕΠ θα κυμανθεί από 175 ως 180 δισ. ευρώ επιβάλλετε συνολικούς φόρους 47 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 2,5 δισεκατομμύρια είναι νέες επιβαρύνσεις.

Με άλλα λόγια, το κράτος καλεί τους πολίτες να πληρώσουν σε φόρους σχεδόν το 25% του συνολικού παραγόμενου πλούτου της χώρας, χωρίς να υπολογίσει κανείς τις υπόλοιπες υποχρεώσεις που πρέπει να καλύψει ένα  νοικοκυριό ή μια επιχείρηση, όπως τα έξοδα για ενοίκιο, λογαριασμούς, δάνεια, σουπερμάρκετ, καύσιμα, ρουχισμό, φάρμακα, μισθοδοσία, ασφαλιστικά ταμεία και άλλα πολλά.

Ερώτημα πρώτο.

Είναι βιώσιμη η ισορροπία αυτή;

Προφανώς και όχι κι αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς αν ρίξει μια ματιά σε απλά στοιχεία που βλέπουν το φως δημοσιότητας.

Θα σας αναφέρω ίσως το πιο χαρακτηριστικό από αυτά, ότι η χρέωση πιστωτικών καρτών για την αποπληρωμή φόρων παρουσιάζει αύξηση 30% έως 40% σε σχέση με πέρυσι.

Οι πολίτες δανείζονται για να πληρώσουν την εφορία και χρησιμοποιούν τραπεζικά προγράμματα άτοκων δόσεων για την πληρωμή των φόρων.

Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που τα έσοδα στο 9μηνο παρουσιάζουν υπερκάλυψη των στόχων κατά περίπου 1,1 δις.

Άρα το γεγονός ότι ο λογαριασμός «βγαίνει» στα χαρτιά, δεν σημαίνει ότι «βγαίνει» και στην πραγματικότητα, αφού για να καλυφθούν οι υποχρεώσεις του σήμερα, δεσμεύουμε μελλοντικά και αβέβαια εισοδήματα του αύριο.

Με απλά λόγια, αφού το κράτος δεν μπορεί να δανειστεί άλλο, βάζει τους πολίτες να δανείζονται.

Ερώτημα δεύτερο.

Υπάρχει βραχυπρόθεσμη λύση;

Και λέω βραχυπρόθεσμη, γιατί εδώ που βρισκόμαστε, οι πολίτες προσδοκούν μέτρα άμεσης ανακούφισης και όχι να τους λέμε απλά ότι θα πάρετε κοινωνικό μέρισμα εάν και εφόσον έρθει η ανάπτυξη.

Η απάντηση είναι θετική.

Εξηγούμαι.

Η φορολογητέα ύλη αυξάνεται με δύο τρόπους:
  • πρώτον, με την ανάπτυξη της οικονομίας
και
  • δεύτερον με την καταπολέμηση της παραοικονομίας.
Κατά συνέπεια, μπορείτε να ανακουφίσετε άμεσα τους πολίτες που θα πληρώσουν το λογαριασμό, εάν βάλετε περισσότερους να συμμετέχουν στα φορολογικά βάρη, αν αποκαλύψετε τις μαύρες συναλλαγές και υποχρεώσετε τους φοροφυγάδες να πληρώσουν.


Αυτή είναι μια δουλειά που μπορείτε να την κάνετε μόνη σας, κυρία Υπουργέ, χωρίς να περιμένετε να αποδώσουν τα όποια σχέδια θα εκπονήσει και όποιους επενδυτές θα αναζητήσει το Υπουργείο Ανάπτυξης.

Αν θέλετε να δώσετε μια πραγματική μάχη, σίγουρα αξίζει τον κόπο.

Το μεγάλο στοίχημα είναι να αποκαλύψετε τα 35 με 37 δισ. ευρώ των συναλλαγών της παραοικονομίας από τα οποία το κράτος δεν εισπράττει ούτε ένα ευρώ.

Τόσα είναι και τα χρήματα που εκτιμούν οι ειδικοί ότι χάνονται στην φοροδιαφυγή, την εισφοροδιαφυγή, το λαθρεμπόριο και το παρεμπόριο.

Διάβασα με ενδιαφέρον τις παρεμβάσεις που λέτε ότι θα κάνετε προς την κατεύθυνση αυτή και πραγματικά ελπίζω να αποδώσουν.

Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να σας πω ότι μέχρι σήμερα οι επιδόσεις σας στην καταπολέμηση της παραοικονομίας δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.

Για τις δαπάνες.

Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι στο κομμάτι των δαπανών, για να ξεκινήσει η πραγματική συζήτηση, πρέπει πρώτα να τελειώνουμε με έναν από τους μεγάλους μύθους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας της χώρας.

Ο μύθος αυτός λέει ότι αυξάνοντας τις δαπάνες, αυξάνεις και το παραγόμενο αποτέλεσμα, μειώνοντας τις δαπάνες, παίρνεις μικρότερο παραγόμενο αποτέλεσμα. 

Τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι.

Υπάρχουν περιπτώσεις, που αυξάνοντας τις δαπάνες, παίρνεις το ίδιο ή ακόμα και χειρότερο αποτέλεσμα, ενώ μειώνοντας ή κρατώντας σταθερές τις δαπάνες, μπορεί να πετύχεις καλύτερο αποτέλεσμα.

Αλλά σε αυτή τη χώρα, ποτέ δεν μιλήσαμε για αποτέλεσμα, πάντα μιλούσαμε για μεγέθη, πάντα μιλούσαμε για το περισσότερο, όχι το τι τα κάναμε όλα αυτά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η εξοικονόμηση πόρων που πετυχαίνεις με την επέκταση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, η οποία συμβάλλει παράλληλα στην πολύ καλύτερη και ταχύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη.

Άρα, αυτό που έχει σημασία κυρία Υπουργέ, δεν είναι μόνο να συζητάμε τις αυξομειώσεις των δαπανών ανά κωδικό, αλλά να μας εξηγήσετε πώς και με ποιους διαθέσιμους πόρους που έχετε, θα πετύχετε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα ανά τομέα.
  • Να πείτε για παράδειγμα στους πολίτες, τι σημαίνουν για την καθημερινότητά τους και την καλύτερη εξυπηρέτησή τους, τα περίπου 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ που εγγράφετε στους προϋπολογισμούς των ΟΤΑ, πώς θα βοηθήσουν αυτά τα λεφτά στην καλύτερη λειτουργία της Αυτοδιοίκησης και πώς θα φθάσουν ως ανταποδοτικές υπηρεσίες στους πολίτες.
  • Να εξηγήσετε, πώς με τα περίπου 4 δισεκατομμύρια ευρώ του Υπουργείου Υγείας, θα φροντίσει το Υπουργείο Υγείας ώστε να λειτουργήσουν οι Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, να έχουν ιατρικά υλικά τα Νοσοκομεία, να κυκλοφορούν με ασφάλεια ασθενοφόρα στους δρόμους.
  • Να εξηγήσετε πώς με τα 80 εκατ. του Υπουργείου Τουρισμού θα προσελκύσετε περισσότερους τουρίστες από την περσινή χρονιά, ώστε να αυξηθούν όχι μόνο οι αφίξεις, αλλά και τα έσοδα από τον τουρισμό.
  • Να μάθουμε τελικά το αποτέλεσμα που φιλοδοξείτε να πετύχετε ανά Υπουργείο και να συζητήσουμε πολιτικές πάνω σε αυτά και όχι να λέμε μόνο αν στον τάδε κωδικό βάλετε λιγότερα ή περισσότερα λεφτά φέτος από πέρυσι.
Αυτή είναι και η ουσία, αυτό είναι και το πρόβλημα της χώρας μας.


Κατά συνεπεία, το κρίσιμο μέγεθος που πρέπει να μας απασχολεί στο κομμάτι των δαπανών, δεν είναι το απόλυτο νούμερο που προκύπτει κάθε φορά, αλλά το αν μπορούμε με τα χρήματα αυτά να επιτυγχάνουμε κάθε χρονιά καλύτερο αποτέλεσμα από την προηγούμενη.

Και αν δεν μπορούμε να πετύχουμε καλύτερο αποτέλεσμα, να εξηγούμε γιατί δεν μπορούμε να το πετύχουμε και πώς σκοπεύουμε αυτό να το βελτιώσουμε την επόμενη χρονιά.

Φυσικά – για να μην παρεξηγηθώ – όταν αναφέρομαι στην αποτελεσματικότητα των δαπανών, προφανώς δεν αναφέρομαι στις δαπάνες μισθοδοσίας και συνταξιοδότησης.

Εκεί τα πράγματα είναι πιο απλά.

Μεγάλο κονδύλι στον προϋπολογισμό, μεγάλο εισόδημα για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους. Μικρότερο κονδύλι εγγεγραμμένο, μικρότερο εισόδημα για τους πολίτες, λιγότερα χρήματα στην αγορά, λιγότερα χρήματα στην οικονομική δραστηριότητα.

Αναφέρομαι στα υπόλοιπα λειτουργικά έξοδα και στα κονδύλια για δημόσιες επενδύσεις.

Και αυτή τη συζήτηση, δυστυχώς, δεν μπορούμε να την κάνουμε όσο το κράτος δεν είναι προσανατολισμένο στο να μην μετρά το παραγόμενο αποτέλεσμα, όσο δεν λειτουργεί με μακροπρόθεσμα - 5ετή ή 10ετή - σχέδια δράσης, ώστε να ξέρουμε ποιοι είναι οι στόχοι, ποιες είναι οι δουλειές που πρέπει να κάνουμε, πώς ακριβώς θα αξιοποιήσουμε τους φόρους των πολιτών.

Έρχομαι τώρα στο Διεθνές Οικονομικό Περιβάλλον.
  • Παρατήρηση πρώτη. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού, οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Παγκόσμια Οικονομία μιλούν για αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης το 2017 κατά 3,4%, η οποία όμως αύξηση δεν οφείλεται τόσο στις  αναπτυγμένες οικονομίες, όσο στις αναπτυσσόμενες.
  • Παρατήρηση δεύτερη. Η τιμή του πετρελαίου αναμένεται να αυξηθεί το 2017 στα 50$ το βαρέλι από 43$ που κινήθηκε φέτος. Αυτό σημαίνει περαιτέρω συμπίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και αύξηση στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών.
  • Παρατήρηση τρίτη. Το 2016 το Παγκόσμιο Εμπόριο αυξήθηκε κατά 2,3%, πολύ πιο κάτω από τις προβλέψεις του 4,1%. Αν η τάση αυτή επιβεβαιωθεί και το 2017, το διεθνές περιβάλλον δεν θα είναι και τόσο ευνοϊκό για να ενισχύσουμε τις εξαγωγές μας.
  • Παρατήρηση τέταρτη. Ο προβλεπόμενος ρυθμός ανάπτυξης της ευρωζώνης για το 2017 είναι 1,5%, έναντι 1,7% το 2016. Αν συνδυάσουμε το δεδομένο αυτό, με την πρόβλεψη για νωχελική ανάπτυξη της Παγκόσμιας Οικονομίας, νομίζω ότι χαμηλώνει «ο πήχης» των προσδοκιών για προσέλκυση σημαντικών άμεσων επενδύσεων.
Τα λέω όλα αυτά γιατί η πρόβλεψη του Προϋπολογισμού για ανάπτυξη κατά 2,7% στηρίζεται κατά βάση στην προσέλκυση των επενδύσεων και στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, κάτι που δεν προκύπτει ότι θα συμβεί, αν συνυπολογίσουμε:
  • το διεθνές οικονομικό περιβάλλον,
  • τα δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας
και
  • την υπερφορολόγηση των  νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Αυτό πρακτικά σημαίνει, ότι ακόμα και αν πετύχουμε ανάπτυξη, αν αυτή είναι κάτω από τις προβλέψεις, τότε κυρίες και κύριοι, γνωρίζετε ότι έρχεται ο «κόφτης» και με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την εθνική οικονομία, την αγορά, το ατομικό και οικογενειακό εισόδημα των πολιτών.


Κλείνω με ορισμένες σκέψεις για τη λειτουργία της οικονομίας και της αγοράς.

Η οικονομία πάει καλά, κυρίες και κύριοι, όταν οι πολίτες βλέπουν σε αυτή ευκαιρίες για αύξηση των εισοδημάτων τους.

Οι πολίτες και οι επιχειρηματίες, αν δεν συμβεί αυτό, αποκτούν αμυντική στάση και αποταμιεύουν. Και όχι στις τράπεζες, με τα capital controls, αλλά στα μαξιλάρια και στα στρώματα.

Άρα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να διαμορφώσουμε τις συνθήκες ώστε οι πολίτες να μπουν στην αγορά.

Κατά τη γνώμη μου, σε πρώτη φάση, πρέπει να στοχεύσουμε σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες:
  • Πρώτον, στους έντιμους επιχειρηματίες που απέτυχαν, σε αυτούς που η κρίση τους οδήγησε στην αποτυχία.
Εδώ μπορούμε να δώσουμε δύο ειδών κίνητρα:


Πρώτον, ένα σαφές και ελκυστικό πλαίσιο δεύτερης ευκαιρίας που θα ανοίγει ξανά την πόρτα της επιχειρηματικότητας σε όσους τόλμησαν και δεν τα κατάφεραν είτε από δικά τους λάθη, είτε επειδή πάλεψαν έντιμα απέναντι σε ανέντιμους.

Ξέρετε, λέμε, ότι οι επιχειρήσεις πάνε στη Βουλγαρία για φορολογικούς λόγους.

Ξέρετε γιατί πάνε;

Γιατί δεν έχουν καθαρό ΑΦΜ στην Ελλάδα.

Γνωρίζετε, έχετε επιχειρήσει πάρα πολλοί από εδώ, όταν, λοιπόν, αποτυγχάνεις  εδώ, όταν σου δεσμεύουν το ΑΦΜ, όταν σου δεσμεύουν τους λογαριασμούς, πείτε μου τι θα κάνει ο επιχειρηματίας, πού θα πάει να ανοίξει υποκατάστημα;

Έχει «κάψει» το ΑΦΜ του, το ΑΦΜ των παιδιών του, το ΑΦΜ  της γυναίκας του.

Αν δεν τα δούμε όλα αυτά τα ζητήματα, αν δεν φτιάξουμε ένα νέο πλαίσιο  δεύτερης ευκαιρίας, δε νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος ο οποίος θα τολμήσει να επιχειρήσει σ' αυτή τη χώρα.

Δεύτερον, χρειάζεται ένα βιώσιμο πλαίσιο επίλυσης του προβλήματος των κόκκινων δανείων.

Εμείς ως Δημοκρατική Συμπαράταξη καταθέσαμε ολοκληρωμένη πρόταση η οποία περιλαμβάνει λύσεις:


1. Για τους πρώτο-οφειλέτες και εγγυητές, σε ληξιπρόθεσμα στεγαστικά δάνεια που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν.

2.Για πρώτο-οφειλέτες και εγγυητές, σε ληξιπρόθεσμα δάνεια με ενέχυρο την Α΄ κατοικία.

3. Για πρώτο-οφειλέτες και εγγυητές σε δάνεια με Ελβετικό Φράγκο, οι οποίοι καταβάλλουν το τίμημα μιας τοκογλυφικής συμπεριφοράς των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η πρότασή μας είναι στο τραπέζι, μπορούμε να την συζητήσουμε, μπορείτε να την αξιοποιήσετε.
  • Δεύτερον, τους πολίτες που διαθέτουν κεφάλαια για επενδύσεις.
Για να γίνει αυτό πρέπει να δοθεί κατεύθυνση:
  • Σε ποιους τομείς να επενδύσουν στη χώρα μας;
  • Ποιες αγορές θέλουμε να ανοίξουμε;
  • Με ποια προϊόντα, ως ατμομηχανή, επιδιώκουμε να ανοίξουμε νέες αγορές;
  • Σε ποιο επενδυτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον;
Αν αυτά δεν γίνουν καθαρά, κανείς δεν πρόκειται να βάλει τα χρήματά του στην ελληνική οικονομία.

Όσο κινούμαστε σε μια λογική «πάρτε από λίγο όλοι», όσο πετάμε λεφτά στην αγορά για να πετύχουμε μεγέθυνση και όχι βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας, είναι σαν να πετάμε χαρτοπετσέτες και εφημερίδες στο τζάκι για να πάρουμε φλόγα και όχι ξύλα για να ζεσταθούμε.
  • Τρίτον, στους νέους ανθρώπους που μπορούν να δημιουργήσουν υπεραξία και πλούτο χωρίς σημαντικά κεφάλαια, αξιοποιώντας τις γνώσεις τους και τις δυνατότητες που τους δίνει η νέα τεχνολογία.
Εδώ πρέπει να δούμε με ποιο τρόπο θα συνδέσουμε την έρευνα με την αγορά, πώς θα φέρουμε κοντά τους επενδυτές με τα νέα παιδιά που έχουν αξιόλογες επιχειρηματικές ιδέες να υλοποιήσουν.
  • Τέταρτον, πρέπει να στραφούμε στους ανθρώπους που είναι ήδη στον επιχειρηματικό στίβο και αντί να σκέφτονται πώς θα αντλήσουν κεφάλαια για να επεκτείνουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, πώς θα βρουν νέες αγορές, σκέφτονται κυρίως τρόπους για να βγουν από την αγορά με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες ή για να μεταφέρουν την έδρα της δραστηριότητάς τους.
Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει να δούμε συνολικά το επιχειρηματικό περιβάλλον, τη γραφειοκρατία, τη φορολογία, την ταχύτητα στην απονομή δικαιοσύνης, τις συνθήκες του ανταγωνισμού, τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.


Αν καταφέρουμε να πείσουμε αυτούς τους ανθρώπους να δουν με άλλο μάτι το «επιχειρείν» στην Ελλάδα, τότε θα έχουμε κάνει μια καλή αρχή και θα έχουμε προσφέρει μια μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα, θα έχουμε βάλει το τρένο στις ράγες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου