Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2018

Του Δημήτρη Ζακαλκά : Κριτική Αξιολόγηση του ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ (ν. 4555/2018).

Οι κύριες ρυθμίσεις του νέου νόμου αφορούν στην αλλαγή του εκλογικού συστήματος για την εκλογή των αιρετών των ΟΤΑ. Με το νέο νόμο διατηρείται ο υφιστάμενος πλειοψηφικός τρόπος εκλογής Δημάρχου. Δηλαδή η εκλογή Δημάρχου
γίνεται σε δύο γύρους, αν κανένας συνδυασμός δεν πετύχει στον πρώτο γύρο το 50% +1 των ψήφων. Περαιτέρω, εισάγεται η αναλογική ως τρόπος κατανομής των εδρών για το Δημοτικό Συμβούλιο μεταξύ των συνδυασμών.
Έτσι, οι έδρες στο Δημοτικό Συμβούλιο διανέμονται μεταξύ των συνδυασμών αναλογικά, με βάση τα αποτελέσματα του πρώτου
γύρου.
Οι συνδυασμοί, δηλαδή προγραμματικές συμπράξεις υποψηφίων
συμβούλων με επικεφαλής τον υποψήφιο Δήμαρχο, με απαγόρευση των
μεμονωμένων υποψηφιοτήτων, ισχύει από τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1954 και εντεύθεν. Προηγούμενα, σε γενικές γραμμές, η εκλογή αφορούσε πρωτίστως πρόσωπα, αφού ο εκλογέας δεν δεσμευόταν στην επιλογή των συμβούλων από συνδυασμούς, στον βαθμό που μπορούσε να επιλέξει πρόσωπα ασχέτως συνδυασμού και περαιτέρω μπορούσε ψηφίσει ως Δήμαρχο/Πρόεδρο της Κοινότητας, ασχέτως των δημοτικών/κοινοτικών
συμβούλων, οι οποίοι δεν συγκροτούσαν κοινό συνδυασμό με τον υποψήφιο Δήμαρχο/Πρόεδρο της Κοινότητας. Βέβαια, προφανώς οι υποψήφιοι είχαν ενδεχόμενα πολιτικές θέσεις για τα τοπικά ζητήματα, αλλά όμως δεν συγκροτούνταν με επίσημο και πανηγυρικό τρόπο ως ομάδα ομοϊδεατών σε επίπεδο συνδυασμού.
Από τη στιγμή της υιοθέτησης των συνδυασμών τέθηκε το ζήτημα της
κατανομής των εδρών μεταξύ των συνδυασμών, καθώς και η προικοδότηση
του συνδυασμού του Δημάρχου/Προέδρου της Κοινότητας (εκτελεστικού
οργάνου) με σημαντική πλειοψηφία στο Δημοτικό/Κοινοτικό Συμβούλιο
(αποφασιστικό όργανο). Έτσι, π.χ. στις δύο πρώτες αυτοδιοικητικές εκλογές της μεταπολίτευσης ο συνδυασμός του εκλεγέντος Δημάρχου λάμβανε τα 2/3 (67% περίπου) των εδρών στο Δημοτικό/Κοινοτικό Συμβούλιο, ενώ ο επιλαχών συνδυασμός λάμβανε το 1/3 των εδρών, με αποκλεισμό των άλλων συνδυασμών. Το 1982 το σύστημα έγινε αναλογικότερο, στον βαθμό που ο συνδυασμός του εκλεγέντος Δημάρχου/Προέδρου της Κοινότητας λάμβανε τα 3/5 (60%) των εδρών στο Δημοτικό/Κοινοτικό Συμβούλιο, ενώ οι λοιποί συνδυασμοί (και όχι μόνο ο επιλαχών) μοιράζονταν αναλογικά τα 2/5, αρκεί να λάμβανε ένας συνδυασμός το εκλογικό μέτρο. Αυτός ο τρόπος κατανομής
των εδρών ίσχυσε μέχρι την ψήφιση του «ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ».
Δηλαδή, εν τέλει ακόμη και αν ο συνδυασμός του Δημάρχου 1 είχε λάβει στον πρώτο γύρο π.χ. το 30%, θα λάμβανε τελικά το 60% των εδρών στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Το σκεπτικό της προικοδότησης του συνδυασμού του Δημάρχου ήταν απλό.
Ο Δήμαρχος ως εκτελεστικό όργανο θα πρέπει να έχει προγραμματική/παραταξιακή ομοιογένεια με το Δημοτικό Συμβούλιο, προκειμένου να μην παρεμποδίζεται θεσμικά η υλοποίηση του προγράμματος του νικήσαντος συνδυασμού του Δημάρχου.
Άρα, η διοικητική αποτελεσματικότητα ήταν η βάση της προικοδότησης του νικήσαντος συνδυασμού.
Βέβαια, οι μέχρι τώρα ρυθμίσεις, με την υπερενίσχυση του νικήσαντος
συνδυασμού του Δημάρχου είχαν κόστος στην ισοδυναμία της ψήφου, αφού η ψήφος του κάθε πολίτη δεν είχε, κατ’ αποτέλεσμα, την ίδια βαρύτητα.
Πράγματι, ακόμη και αν ο τελικά νικήσας συνδυασμός (στο δεύτερο γύρο) είχε χαμηλά ποσοστά στον πρώτο γύρο ή ακόμη και αν ήταν δεύτερος, υπερενισχυόταν με το 60% των εδρών. Αυτή ήταν η «αχίλλειος πτέρνα» των μέχρι τώρα ρυθμίσεων και αυτό είναι το βασικό επιχείρημα κατά των ρυθμίσεων αυτών των οπαδών της αναλογικής εκλογής στην κατανομή των εδρών των δημοτικών συμβούλων.
Η απάντηση των οπαδών της αναλογικής στο ερώτημα για τα προβλήματα
αποτελεσματικότητας που θα κομίσει το ενδεχόμενο ο εκλεγείς δήμαρχος να μην έχει πλειοψηφία δημοτικών συμβούλων (σε περίπτωση που δεν λάβει από τον πρώτο γύρο πάνω από 50% των εγκύρων ψήφων), είναι η
συνδιοίκηση του δήμου από δύο ή περισσότερους συνδυασμούς. Η μαγική
λέξη είναι η συναίνεση. Πρέπει να δημιουργούνται προγραμματικές
συναινέσεις και υπ’ αυτήν την προοπτική και η ισοδυναμία της ψήφου θα είναι σεβαστή και η διοικητική αποτελεσματικότητα δεν θα κινδυνεύσει.
Προς διευκόλυνση της συνδιοίκησης από δύο ή περισσότερες
παρατάξεις/συνδυασμούς επιτρέπεται, υπό τον ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ, να γίνεται
αντιδήμαρχος και από άλλον συνδυασμό και όχι μόνο από τον συνδυασμό
του Δημάρχου, ενώ μέχρι τώρα αυτό απαγορευόταν.
Τα προβλήματα που κομίζει η αναλογική εκλογή στο δημοτικό συμβούλιο με διατήρηση του υφιστάμενου πλειοψηφικού τρόπου εκλογής του Δημάρχου συνίστανται στα εξής: κατ’ αρχήν, η συναίνεση είναι ευκταία. Η επινοημένη για λόγους προσωπικών ή παραταξιακών σκοπιμοτήτων διαφωνία (που συχνά συναντιέται στην τρέχουσα αντιπαράθεση) είναι καταδικαστέα. Το ζήτημα, όμως, εν προκειμένω συνίσταται στον εξαναγκασμό σε συναίνεση υπό τον κίνδυνο της ακυβερνησίας, έστω και αν υπάρχει πραγματική προγραμματική
διαφωνία, η οποία είναι στοιχείο και της τοπικής δημοκρατίας και διεγερτικός παράγοντας της.
Περαιτέρω, ελλοχεύει ο κίνδυνος μήπως οι επιλογές της τοπικής κοινωνίας (δηλ. του λαού της τοπικής δημοκρατίας) δεν καταστούν ευκρινείς και σεβαστές. Αυτό θα συμβεί στο μέτρο που ο αποδοκιμασθείς εκλογικά συνδυασμός και Δήμαρχος θα κληθούν να συνδιοικήσουν. Στην τοπική κοινωνία αυτό θα εισπράττεται ότι άσχετα από την ψήφο της υπάρχει ένα πολιτικό προσωπικό που πάντα θα διοικεί, εναλασσόμενο στη διοίκηση του Δήμου είτε ως Δήμαρχος είτε ως αντιδήμαρχος. Προφανώς, μια τέτοια αίσθηση θα συμβάλλει στην περαιτέρω απαξίωση της τοπικής δημοκρατίας και θα αυξήσει το έλλειμμα συμμετοχής, αντίθετα από τις διακηρυσσόμενες
προθέσεις του ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ.
Επιπλέον, ακόμη και αν αρχικά επιτευχθεί μια συναίνεση που θα επιτρέψει τη συνδιοίκηση, δεν είναι αναμενόμενο αυτή να τορπιλίζεται όταν πλησιάζουν οι αυτοδιοικητικές εκλογές και ο συνδιοικών συνδυασμός θέλει να θέσει και πάλι υποψηφιότητα και να αντιπαρατεθεί τον Δήμαρχο και την παράταξη του, με την οποία ωστόσο συνδιοίκησε; Το πρόβλημα στην αυτοδιοίκηση από την εφαρμογή της αναλογικής καθίσταται μεγαλύτερο σε σχέση με την εφαρμογή του αναλογικού στις βουλευτικές εκλογές, καθόσον στη Βουλή όταν παύσει να υπάρχει η συναίνεση μεταξύ συνεργαζόμενων κομμάτων, οδηγούμαστε σε
πρόωρες εκλογές, ενώ στην αυτοδιοίκηση αυτή η δυνατότητα δεν υφίσταται,καθόσον ο χρόνος εκλογών είναι καθορισμένος. Αν π.χ. στον δεύτερο ή τρίτο χρόνο της αυτοδιοικητικής θητείας η συναίνεση εκλείψει (από λόγους σκοπιμότητας ή και πραγματικούς) τότε ο δήμος θα είναι στην κυριολεξία ακυβέρνητος.
Ο νομοθέτης του ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ, προκειμένου να αποφύγει ένα τέτοιο
μπλοκάρισμα που οδηγεί σε ακυβερνησία, θεσμοποιεί την αποστασία.
Δηλαδή, οι δημοτικοί σύμβουλοι μπορούν να ενταχθούν σε άλλη παράταξη
(μέχρι τώρα αυτό απαγορευόταν) αρκεί η παράταξη στην οποία προσχωρούν,να τους δεχθεί. Έτσι, η κινητικότητα αυτή ενδεχόμενα λύσει προβλήματα δημιουργίας νέας «κυβερνητικής» πλειοψηφίας στο δημοτικό συμβούλιο.
Όμως, αυτή η δυνατότητα, πέραν του ότι τραυματίζει τον δημιουργημένο από τον λαό συσχετισμό δυνάμεων στο Δημοτικό Συμβούλιο, θα εγείρει υποψίες συναλλαγής, αφού ο «αποστάτης», με τη σφραγίδα του Νόμου, δημοτικός σύμβουλος θα μπορεί να αντλήσει και τα οφέλη από την αποστασία του.
Περαιτέρω, δημιουργούνται και παρενέργειες από την ανάμιξη του
Δημάρχου στο εσωτερικό της συνδιοικούσας παράταξης, στον βαθμό που ο
Δήμαρχος ορίζει αντιδήμαρχο και από άλλη παράταξη, αλλά απαιτείται
συγκατάθεση και από την παράταξη του αντιδημάρχου. Θα ανακύψουν
προβλήματα σε περίπτωση που ο Δήμαρχος διαφωνεί με το πρόσωπο που η
συνδιοικούσα παράταξη επιθυμεί για αντιδήμαρχο στα πλαίσια της
συνδιοίκησης.
Σε γενικές γραμμές, ο ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣΗ φαίνεται να υπερεμπιστεύεται τη
δυνατότητα αυτορρύθμισης μεταξύ των παρατάξεων, προκειμένου να
δημιουργείται συναίνεση για την προάσπιση του γενικού (τοπικού)
συμφέροντος. Δεν θέτει φραγμούς στη δυνατότητα καταχρηστικής εφαρμογής με απώτερο σκοπό το προσωπικό ή παραταξιακό συμφέρον. Θεωρεί ότι το πολιτικό προσωπικό θα αρθεί πάνω από σκοπιμότητες. Όμως, η εμπειρία δεν επαληθεύει πάντα αυτή την αφελή προσδοκία. Το παράδειγμα του πολιτικού προσώπου που κινείται πάντα με γνώμονα το γενικό συμφέρον με θυσία του προσωπικού/παραταξιακού δεν είναι ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι άνθρωποι είναι ιδιοτελείς και άπληστοι.
Συναινέσεις και συγκρούσεις με κόστος τη συναίνεση θα υπάρξουν από
σκοπιμότητες, χωρίς μάλιστα η τοπική κοινωνία να μπορεί να παρέμβει και να αποφαίνεται.
Περαιτέρω, μια άλλη σημαντική αλλαγή είναι η αυτονόμηση των υποψηφίων των Συμβουλίων των Δημοτικών και Τοπικών Κοινοτήτων (που τώρα πλέον θα ονομάζονται όλες «Κοινότητες») από τον συνδυασμό υποψηφίου/ων Δημάρχου/Δημοτικών Συμβούλων. Οι υποψήφιοι σύμβουλοι των Κοινοτήτων θα ψηφίζονται σε ξεχωριστή κάλπη, καθόσον δεν θα είναι σε ενιαίο ψηφοδέλτιο με τους συνδυασμούς Δημάρχου/Δημοτικών Συμβούλων, όπως μέχρι τώρα ίσχυε.
Επιπλέον, σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις του ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ που ίσχυαν μέχρι τώρα (όπου ο συνδυασμός του Δημάρχου λάμβανε τα 3/5 των εδρών στα Συμβούλια Δημοτικών Κοινοτήτων, άσχετα αν οι εκλογείς της Κοινότητας ψήφιζαν άλλον συνδυασμό) η κατανομή των εδρών στα Συμβούλια (σε Κοινότητες άνω των 300 κατοίκων, που είναι η συντριπτική πλειονότητα των Κοινοτήτων) θα γίνεται αναλογικά με τις ψήφους που έλαβαν οι τοπικοί συνδυασμοί στην Κοινότητα. Πρόεδρος θα εκλέγεται από το Συμβούλιο μεταξύ των υποψηφίων Προέδρων των δύο πρώτων συνδυασμών (άρα δυνητικά και ο δεύτερος συνδυασμός μπορεί να εκλέξει Πρόεδρο).
Εν τέλει, δεν θα είναι διασφαλισμένη η προγραμματική/παραταξιακή
ομοιογένεια μεταξύ Δημάρχου και Συμβουλίων Κοινοτήτων. Στην καλύτερη
περίπτωση η αυτονόμηση των συμβουλίων των Κοινοτήτων από τους
συνδυασμούς Δημάρχου/Δημοτικών Συμβούλων θα ενισχύσει τον διεκδικητικό τους ρόλο για περισσότερες αρμοδιότητες, ενώ στη χειρότερη θα ξεπέσει σε έναν στείρο τοπικισμό.
Βέβαια, το κρίσιμο ζήτημα είναι οι αρμοδιότητες των Συμβουλίων οι οποίες δεν αλλάζουν θεαματικά σε σχέση με τις προγενέστερες ρυθμίσεις, εξαρτώμενες σε μεγάλο βαθμό από τη διακριτική ευχέρεια του Δημάρχου/Δημοτικού Συμβουλίου.
ΤΕΛΙΚΑ, στο τέλος της θητείας ο Δήμαρχος και η δημοτική του ομάδα θα
κληθεί να απολογηθεί για ένα πρόγραμμα, του οποίου η έκβαση δεν
εξαρτάται αποκλειστικά απ’ αυτούς, καθόσον ούτε την πλειοψηφία θα έχουν στο Δημοτικό Συμβούλιο ούτε θα έχουν προγραμματική ομοιογένεια με τα συμβούλια των κοινοτήτων. Η επίρριψη ευθυνών θα είναι συνεχής και εύκολη, το μήνυμα εξαιρετικά ασαφές, με αποτέλεσμα στους εκλογείς να μην τίθενται απλά και σαφή διλήμματα για το τι πήγε στραβά στην υλοποίηση μιας προγραμματικής υπόσχεσης. Το τίμημα αυτής της διάχυσης ευθυνών θα είναι η περαιτέρω απαξίωση, αποστασιοποίηση και απροθυμία συμμετοχής, παρά τις ενδεχομένως ευγενέστερες των προθέσεων των εμπνευστών του ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου