Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Θεοδώρα Τζάκρη: Αντικειμενική πολιτική και ποινική ευθύνη του Κυριάκου Μητσοτάκη για τις υποκλοπές

Από το πλέγμα των διατάξεων της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας σαφώς προκύπτει ότι οι υποκλοπές των επικοινωνιών συνιστούν αυτοτελή ποινικά αδικήματα, στα οποία θεμελιώνεται αντίστοιχη ποινική ευθύνη, με τις διαβαθμίσεις τους, ανάλογα με τον τρόπο συμμετοχής του δράστη στην τέλεση αυτών(φυσικός αυτουργός, ηθικός αυτουργός, συνεργός). Συγκεκριμένα πρόκειται για τα εγκλήματα αφενός της παραβίασης του τηλεφωνικού απορρήτου που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος από τη διάταξη του άρθρου 370 Α του ΠΚ και του κακουργήματος της παραβίασης προσωπικών δεδομένων που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 38 του ως άνω Ν.4624/2019.


Κρίσιμο λοιπόν στοιχείο για την παραβίαση του δικαιώματος απορρήτου της επικοινωνίας και εντεύθεν για την τέλεση ή όχι των προαναφερόμενων εγκλημάτων, είναι η νομιμότητα της παραβίασης αυτής, που κατ’ εξαίρεση υφίσταται όταν συντρέχουν λόγοι «εθνικής ασφάλειας». Όταν δηλαδή τίθεται σε κίνδυνο η εσωτερική ή εξωτερική υπόσταση του κράτους (εχθρική επιβουλή, κατασκοπεία, διεθνής τρομοκρατία, προετοιμασία πραξικοπήματος) ή συντρέχει ανάγκη «διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων», που απαριθμούνται στον νόμο με τον οποίο εξειδικεύεται η συνταγματική επιταγή.

Ο νόμος απαιτεί για τη νομιμότητα της παρακολούθησης την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Για να είναι νόμιμη θα πρέπει η διάταξη με την οποία διατάσσεται η άρσητου απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: α) το όργανο που διατάσσει την άρση, β) τη δημόσια αρχή ή τον εισαγγελέα ή τον ανακριτή που ζητούν την επιβολή της άρσης, γ) το σκοπό της επιβολής της άρσης, δ) τα μέσα ανταπόκρισης ή επικοινωνίας στα οποία επιβάλλεται η άρση, ε) την εδαφική έκταση εφαρμογής και τη χρονική διάρκεια της άρσης, στ) την ημερομηνία έκδοσης της διάταξης. Επίσης αποτελεί στοιχείο της νομιμότητας της άρσης απόσπασμα της διάταξης, που περιλαμβάνει το διατακτικό της άρσης, να παραδίδεται με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα, το οποίο πρέπει να καλύπτει τις προϋποθέσεις ασφαλείας του απορρήτου του περιεχομένου εκτός των άλλων στον Πρόεδρο της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.),ο οποίος ενημερώνει σε κάθε περίπτωση τον Πρόεδρο της Βουλής και τους αρχηγούς των κομμάτων, που εκπροσωπούνται στη Βουλή και κοινοποιεί τη διάταξη στον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Ακόμη σύμφωνα με την ίδια ως άνω διάταξη όλες οι διατάξεις περί άρσης του απορρήτου που έχουν αποθηκευτεί σε φυσικά αρχεία στην Αρχή από την ίδρυσή της, ψηφιοποιούνται και μετατρέπονται σε ηλεκτρονικά αρχεία.

Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει ανάγκη αυξημένης προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών στις περιπτώσεις πολιτικών προσώπων που έχουν θεσμική ιδιότητα, όπως στην περίπτωση του κ. Ανδρουλάκη, όπως τούτο συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 3 του Συντάγματος για το βουλευτικό απόρρητο, 8 της ΕΣΔΑ και 7 και 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι, στις περιπτώσεις αυτές, η προστασία δεν αφορά μόνο στο προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα, αλλά συνδέεται άμεσα και με την δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος.


Ενόψει τούτων και με δεδομένο ότι ο Πρωθυπουργός παραδέχτηκε ως πραγματικά γεγονότα τις παρακολουθήσεις του δηµοσιογράφου Θ. Κουκάκη, όσο και του Ν. Ανδρουλάκη, ως διοικητικός εποπτεύων την ΕΥΠ,υπερκείμενος του Διοικητή της, φέρει βεβαίως την πολιτική ευθύνη για τις παρακολουθήσεις αυτές. Η ευθύνη αυτή είναι αντικειμενική, εμπίπτουσα στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές προσδιορίζονται στη διάταξη του άρθρου 11 του παραπάνω Ν.4622/2019 αφού ήταν και είναι θεσμικά ο άμεσα προϊστάμενος της ΕΥΠ που έλεγχε και ελέγχει προσωπικά τις ενέργειές της και αυτός που επέλεξε το διοικητή της και μάλιστα με νομοθετική τροποποίηση των απαιτούμενων προσόντων αυτού.

Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.4622/2019 με τον τίτλο «ΕΠΙΤΕΛΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ» συστήθηκε αυτοτελής επιτελική δημόσια υπηρεσία με την ονομασία ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ. Υπήγαγε δε στην άμεση διοικητική εποπτεία του την ΕΥΠ και τα κρατικά ΜΜΕ, χωρίς να παρεμβάλλεται μεταξύ αυτού και της συγκεκριμένης υπηρεσίας οποιαδήποτε άλλη αιρετή αρχή, παρά μόνον μετακλητοί υπάλληλοι διορισμένοι από τον ίδιο και μάλιστα με αδιαφανείς διαδικασίες.

Ο κ. Μητσοτάκης είναι επίσης ο Προϊστάμενος των Γενικών Γραμματέων της συγκεκριμένης Υπηρεσίας, καθώς και του Γενικού Γραμματέα του Πρωθυπουργού, οι οποίοι, μάλιστα, κατ’ άρθρο 41 του ως άνω Ν.4622/2019, διορίζονται και παύονται με απόφαση του Πρωθυπουργού και μόνον, (σε αντίθεση με τους λοιπούς Γενικούς Γραμματείς που διορίζονται και παύονται με κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού).


Στις θεσμοθετημένες λοιπόν αυτές αρμοδιότητές του Πρωθυπουργού, οι οποίες συνίστανται, κατά τη προαναφερθείσα διάταξη, εκτός των άλλων στην εποπτεία του «για την εφαρμογή της νομοθεσίας από τις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα και για τη λειτουργία τους προς το συμφέρον του Κράτους και των πολιτών και στην άσκηση κάθε άλλης αρμοδιότητας που προβλέπουν το Σύνταγμα και οι νόμοι» θεμελιώνεται και η ποινική του ευθύνη.

Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται η γνώση του πρωθυπουργού για τις ως άνω παρακολουθήσεις από την ίδια τη δήλωσή του ότι επρόκειτο για «νόμιμες» παρακολουθήσεις, τη νομιμότητα των οποίων προφανώς είχε διαπιστώσει ο ίδιος, ως διοικητικός και εποπτεύων προϊστάμενος της ΕΥΠ, αρμόδιος για τον έλεγχο «της εφαρμογής της νομοθεσίας». Όφειλε να ελέγξει τη συνδρομή των ως άνω αναφερομένων προϋποθέσεων νομιμότητας, πριν τουλάχιστο να βεβαιώνει γι’ αυτό την Εθνική Αντιπροσωπεία.

Στο πλαίσια της αποφασισθείσας Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής θα διερευνήσουμε με όλα τα νόμιμα μέσα αν ο Πρωθυπουργός άσκησε ή όχι την ως άνω αποκλειστική αρμοδιότητά του και άρα διαπίστωσε ο ίδιος τη νομιμότητα των συγκεκριμένων παρακολουθήσεων, ή αν περί τούτο τον διαβεβαίωσαν οι διορισθέντες από αυτόν μετακλητοί υπάλληλοι, όπως ο παραιτηθείς Γενικός Γραμματέας του.


Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά την παρακολούθηση του δημοσιογράφου Κουκάκη, η γνώση του Πρωθυπουργού τεκμαίρεται αμάχητα και από την τροπολογία που ψήφισε το κόμμα του την 31 Μαρτίου 2021 (αντισυνταγματική, όπως έχουν εκφρασθεί σχετικά πολλοί συνταγματολόγοι). Με αυτή εξαιρεί από την υποχρέωση γνωστοποίησης στους θιγόμενους το ότι αυτοί έχουν παρακολουθηθεί, όταν η παρακολούθησή τους έχει γίνει για λόγους εθνικής ασφάλειας και μάλιστα με αναδρομική εφαρμογή του ως άνω νόμου, γνωρίζοντας προφανώς ότι ο δημοσιογράφος Κουκάκης είχε υποβάλλει στις 10 Μαρτίου 2021 ερώτημα στην ΑΔΑΕ αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την ενημέρωσή του σχετικά με την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του.

Πρέπει λοιπόν να πέσει άπλετο φως, όπως άλλωστε ζητούν πλείστες όσες φωνές, ακόμα και από το ίδιο το κόμμα της ΝΔ, προκειμένου να διερευνηθούν αμέσως και να διαλευκανθούν πλήρως οι υποθέσεις των επίμαχων παρακολουθήσεων ώστε να αποδοθούν πολιτικές και ποινικές ευθύνες όχι μόνο στους δύο ήδη παραιτηθέντες, αλλά και στον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Προς αυτήν την κατεύθυνση κατά την διάρκεια των εργασιών της Επιτροπής θα αναδείξουμε με μεθοδικότητα και αποφασιστικότητα όλες τις πτυχές της σκοτεινής αυτής υπόθεσης, όσο κι αν προσπαθήσει η συμπολίτευση για την συγκάλυψη και την αποσιώπησή της.




(Η Θεοδώρα Τζάκρη είναι δικηγόρος, βουλευτής- μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου