Πρόκειται για μια διάγνωση κρίσης ηγεμονίας, μεταμφιεσμένη σε συζήτηση περί θεσμών.
Η αντίδραση ενός τμήματος του λεγόμενου «κεντρώου» και «κεντροδεξιού» χώρου ότι δηλαδή ο Βενιζέλος ασκεί αντιπολίτευση επειδή δεν εξασφαλίστηκε η Προεδρία της Δημοκρατίας παραμένει επιφανειακή.
Αγνοεί το γεγονός ότι εδώ και χρόνια ο Βενιζέλος επιχειρεί να συγκροτηθεί όχι ως κομματικός δρων, αλλά ως εθνική αναφορά του πολιτικού συστήματος παρεμβαίνει σε ζητήματα δημοκρατίας, συνταγματικής τάξης, γεωπολιτικών συμμαχιών, ανώτατης εκπαίδευσης, ευθύνης υπουργών, χωρίς να δεσμεύεται οργανικά από πολιτικό φορέα.
Πρόκειται για μια στρατηγική αποδέσμευσης από το πεδίο της άμεσης εξουσίας, με στόχο τη συμβολική κεντρικότητα.
Ωστόσο, η παρούσα συγκυρία απογυμνώνει αυτό το εγχείρημα. Διότι το πρόβλημα που αναδύεται δεν είναι πρωτίστως θεσμικό. Είναι δομικά αναπτυξιακό και πολιτικά ηγεμονικό.
Ωστόσο, η παρούσα συγκυρία απογυμνώνει αυτό το εγχείρημα. Διότι το πρόβλημα που αναδύεται δεν είναι πρωτίστως θεσμικό. Είναι δομικά αναπτυξιακό και πολιτικά ηγεμονικό.
Ανάπτυξη χωρίς δομή, επενδύσεις χωρίς κατεύθυνση και μεγάλη διαφθορά
Τα δεδομένα είναι αμείλικτα. Με επενδύσεις της τάξης των 95–100 δισ. ευρώ τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα οδηγείται σύμφωνα με ευρωπαϊκές εκτιμήσεις σε ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 0,8% στα τέλη της δεκαετίας. Αντιστοιχικά, οι καθαρές ροές της περιόδου 1980–1989, σε σημερινές τιμές, δεν ξεπερνούσαν τα 12,5 δισ. ευρώ, αλλά παρήγαγαν δομικές μετατοπίσεις στην κοινωνία, στις υποδομές και στη ζήτηση.
Τα δεδομένα είναι αμείλικτα. Με επενδύσεις της τάξης των 95–100 δισ. ευρώ τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα οδηγείται σύμφωνα με ευρωπαϊκές εκτιμήσεις σε ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 0,8% στα τέλη της δεκαετίας. Αντιστοιχικά, οι καθαρές ροές της περιόδου 1980–1989, σε σημερινές τιμές, δεν ξεπερνούσαν τα 12,5 δισ. ευρώ, αλλά παρήγαγαν δομικές μετατοπίσεις στην κοινωνία, στις υποδομές και στη ζήτηση.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος των πόρων. Είναι η απουσία αναπτυξιακής αρχιτεκτονικής και μάλιστα χωρίς μνημονικές προδιαγραφές Τα περίπου 20 δισ. που κατευθύνθηκαν στην πρόωρη εξυπηρέτηση χρέους και τα 37 δισ. που μετατράπηκαν σε «μαξιλάρι» δεν λειτούργησαν ως επενδυτικοί πολλαπλασιαστές. Αντιθέτως, συνέβαλαν σε μια παρατεταμένη αποστράγγιση της πραγματικής οικονομίας.
Μετά το 2032, η Ελλάδα δεν θα διαχειρίζεται μόνο τοκοχρεολύσια αλλά και μείωση πραγματικού χρέους. Σε συνθήκες χαμηλής ανάπτυξης και σωρευμένης λιτότητας περίπου 13% σε πραγματικούς όρους από το 2020 έως το 2026 το πολιτικό σύστημα θα βρεθεί αντιμέτωπο με μια νέα μορφή κρίσης όχι κρίση χρέους, αλλά κρίση κυβερνησιμότητας μέσω κοινωνικής υπερφόρτωσης αιτημάτων.
Η απουσία του point de capiton
Εδώ ακριβώς αναδύεται το καθοριστικό πρόβλημα. Στο λακανικό λεξιλόγιο, λείπει το point de capiton: το σημείο εκείνο που θα «καρφώσει» τα διάσπαρτα κοινωνικά αιτήματα σε ένα συνεκτικό συμβολικό σχήμα. Δημοκρατία, διαφάνεια, σκάνδαλα, ανάπτυξη, κοινωνική δικαιοσύνη, γεωπολιτική ασφάλεια όλα υπάρχουν ως ασύνδετες επιθυμίες, όχι ως πολιτικό σχέδιο.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαχειρίζεται, αλλά δεν ηγεμονεύει. Η αντιπολίτευση διαμαρτύρεται, αλλά δεν συνθέτει. Και η κεντροαριστερά σε όλες τις εκδοχές της αδυνατεί να αρθρώσει ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα πολιτικής ηγεμονίας, όχι επειδή της λείπει το ήθος ή τα στελέχη, αλλά επειδή παραμένει εγκλωβισμένη είτε σε μερικότητες είτε στο βάρος της προηγούμενης διακυβέρνησης.
Συγκυβέρνηση αποδεξιάς ή νεο-ενδεχομενικότητα
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Βενιζέλος «έφερε» τον Μητσοτάκη σε δύσκολη θέση. Το πραγματικό δίλημμα είναι στρατηγικό
Θα οδηγηθούμε σε μια συγκυβέρνηση της απο-δεξιάς, όπου η κυβερνησιμότητα θα εξασφαλιστεί μέσω πολιτικής συρρίκνωσης, πειθαρχίας και συμβολικής μετατόπισης προς τα ακρο-δεξιά;
Θα οδηγηθούμε σε μια συγκυβέρνηση της απο-δεξιάς, όπου η κυβερνησιμότητα θα εξασφαλιστεί μέσω πολιτικής συρρίκνωσης, πειθαρχίας και συμβολικής μετατόπισης προς τα ακρο-δεξιά;
Ή θα εισέλθουμε σε μια νέα νεο-μνημονιακή κατάσταση ευθύνης, όχι τυπικά επιβαλλόμενη απ’ έξω, αλλά εσωτερικά παραγόμενη, χωρίς όμως το κοινωνικό συμβόλαιο που θα τη νομιμοποιεί;
Και στις δύο περιπτώσεις, χωρίς ένα νέο σημείο ηγεμονικής άρθρωσης, η χώρα θα παραμείνει σε καθεστώς ενδεχομενικότητας διαχείριση χωρίς προοπτική, σταθερότητα χωρίς νόημα.
Επίλογος
Η δήλωση περί «μη διακυβερνησιμότητας» είναι αληθής όχι επειδή οι θεσμοί καταρρέουν, αλλά επειδή λείπει το συμβάν που θα ανασυγκροτήσει το πολιτικό φαντασιακό. Χωρίς αυτό, καμία θεσμική μεταρρύθμιση, καμία αλλαγή προσώπων, καμία επικοινωνιακή στρατηγική δεν μπορεί να παράξει διάρκεια.
Το ερώτημα δεν είναι λοιπόν ποιος θα κυβερνήσει.
Είναι πώς και με ποιο νόημα θα ξαναγίνει κυβερνήσιμη η χώρα.
Το ερώτημα δεν είναι λοιπόν ποιος θα κυβερνήσει.
Είναι πώς και με ποιο νόημα θα ξαναγίνει κυβερνήσιμη η χώρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου