Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Καραμανλής κατά κυβέρνησης: «Διαβάζουν λάθος τη στρατηγική της Τουρκίας, θέλει τον έλεγχο του Αιγαίου» «Αμφισβητείται το υπάρχον κοινωνικοπολιτικό μοντέλο»

Κριτική κυριολεκτικά εφ’ όλης της ύλης ασκεί ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής από το βήμα του Πολεμικού Μουσείου, μιλώντας σε εκδήλωση της Ένωσης Απόστρατων Αξιωματικών Στρατού για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.


Σε εξαιρετικά αυστηρό τόνο, ο πρώην πρωθυπουργός έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, ζητώντας «εγρήγορση, ετοιμότητα, ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και την ίδια βούληση (σ.σ. με το έπος του ’40) να υπερασπιστούμε την εθνική μας ακεραιότητα και τις εθνικές μας θέσεις».


Μάλιστα, ο Κ. Καραμανλής ουσιαστικά απέρριψε την στρατηγική των «ήρεμων νερών», λέγοντας ότι «υπάρχει η άποψη ότι υπερβάλλουμε σχετικά με την στάση της Τουρκίας.

Ότι παρεξηγούμε κάθε της κίνηση και υπερθεματίζουμε στα δίκαιά μας. Ότι πρέπει να της αναγνωρίσουμε κάποια δικαιώματα. Ότι, έστω και αν μερικώς υπερβάλλει, έχει και θεμιτές απαιτήσεις, που πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με πνεύμα καλής πίστης και συνδιαλλαγής. Ότι δεν μπορούμε να τα θέλουμε όλα δικά μας, να έχουμε μαξιμαλιστικές θέσεις, ότι μεταξύ γειτόνων πάντα υπάρχει η δυνατότητα ενός αποδεκτού συμβιβασμού. Η προσέγγιση αυτή όμως πάσχει θεμελιωδώς. Ερμηνεύει απολύτως εσφαλμένα την Τουρκική στόχευση. Διότι δεν πρόκειται ούτε περί παρεξήγησης, ούτε περί μιας δευτερεύουσας διαφοράς που με επίδειξη θετικής διάθεσης και αμοιβαίων υποχωρήσεων δύναται να διευθετηθεί. Αν ήταν έτσι, η ελληνοτουρκική διένεξη θα είχε λυθεί προ πολλού. Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974 και μετά, δοκίμασαν μια τέτοια συνεννόηση μέσω διαλόγου και καλλιέργειας κλίματος ύφεσης. Ματαίως όπως έμπρακτα απεδείχθη».

Ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι «η Τουρκία, όταν θεσπίζει και επιμένει στο casus belli, δεν αποσκοπεί απλώς στο να αποτρέψει την πλήρη και απόλυτη εφαρμογή της επέκτασης στα 12 μίλια της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης παντού στο Αιγαίο, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να την αποτρέψει ολοσχερώς. Όταν καταρτίζει το τουρκολυβικό σύμφωνο επιχειρεί να επιβάλλει την αστήρικτη άποψη ότι τα νησιά στερούνται υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Όταν θέτει θέμα γκρίζων ζωνών, θεωρεί ότι πράγματι κάποια ελληνικά νησιά και βραχονησίδες δεν ανήκουν στην Ελλάδα. Όταν αντιτίθεται στρατιωτικά στην ηλεκτρική διασύνδεση Κάσου – Κύπρου, εν γνώσει της ότι πρόκειται για ευρωπαϊκό έργο, εννοεί ότι και στα αυτονόητα θέματα στην περιοχή πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο.

«Όταν αναγγέλλει θαλάσσια πάρκα στο Βόρειο και στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο, δεν αντιδρά απλώς στην ανακήρυξη των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων, τα οποία βρίσκονται εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, αλλά σκόπιμα καλύπτει και διεθνή ύδατα, στέλνοντας το ανάλογο μήνυμα. Και επιχειρεί να αποκόψει το σύμπλεγμα της Μεγίστης από τον εθνικό κορμό. Όταν θέτει θέμα αποστρατιωτικοποίησης, δεν ενδιαφέρεται για τις πρόνοιες της Συνθήκης της Λωζάννης, την οποία άλλωστε συστηματικά επιχειρεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση, αλλά στοχεύει στην αποδυνάμωση, όχι απλώς της αμυντικής ετοιμότητας των ελληνικών νησιών, αλλά και στην διάβρωση της συνολικής αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδος έναντι της τουρκικής απειλής. Και πλέον χρησιμοποιεί την αποστρατιωτικοποίηση ως εργαλείο αμφισβήτησης της κυριαρχίας αυτών των νησιών. Και τέλος, όταν αρνείται και περιφρονεί τις παραδοχές και προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου, και εν προκειμένω του Δικαίου της θάλασσας, αποπειράται, στην θέση των κανόνων δικαίου, να επιβάλλει αυθαίρετα το δίκαιο του ισχυρότερου».

«Γι’ αυτό και οποιοδήποτε αίτημα για εκχώρηση άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Είτε αυτό ονομαστεί ενημέρωση είτε ανακοίνωση είτε όπως αλλιώς. Μετά από αυτό, δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα στο Αιγαίο, χωρίς την άδεια της Τουρκίας. Ακόμη και το παραμικρό έργο υποδομής μεταξύ των νησιών μας πια», υπογράμμισε ο πρώην πρωθυπουργός, τονίζοντας, παράλληλα, ότι «αναμφίβολα είναι αρνητική εξέλιξη για τα εθνικά μας συμφέροντα η κύρωση του τουρκολυβικού συμφώνου από το λιβυκό Κοινοβούλιο, διότι μπορεί μεν να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, είναι όμως επίδειξη δύναμης, επιρροής και πρόκλησης τετελεσμένων, από τους γείτονες. Σφάλλουν λοιπόν και σφάλλουν βαρέως όσοι προωθούν αυτές τις αντιλήψεις. Διαβάζουν λάθος την στρατηγική της Τουρκίας. Δεν πρόκειται ούτε για παρεξηγήσεις ούτε για επί μέρους μικροδιαφορές που επιδέχονται καλοπροαίρετης διευθέτησης. Πρόκειται για ολοκληρωμένο σχεδιασμό που αποσκοπεί στην συνολική ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, στην απόκτηση δικαιωμάτων στην καρδιά του Αιγαίου στην πλάτη των ελληνικών νησιών, για έλεγχο του Αιγαίου μέχρι τον 25ο παράλληλο».
Κριτική Καραμανλή και στους συμμάχους

Ο Κ. Καραμανλής επιφύλαξε αυστηρή κριτική και για τους συμμάχους και εταίρους της Ελλάδας. «Όταν παριστάνουν τον επιτήδειο ουδέτερο και κρατούν ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Όταν συνιστούν συμβιβασμό και μερική έστω αποδοχή των τουρκικών απαιτήσεων. Όταν, στο όνομα τάχα της συνοχής της συμμαχίας, μας παροτρύνουν να “τα βρούμε”, χωρίς αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο. Όταν αναγορεύουν την Τουρκία ως καίριο σύμμαχο στην διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής άμυνας και συναλλάσσονται μαζί της με παραγγελίες δισεκατομμυρίων για τον περαιτέρω εξοπλισμό της. Όταν μας καλούν σε συστράτευση και θυσίες υπέρ της Ουκρανίας, αλλά για την αιμορραγούσα Κύπρο σφυρίζουν αδιάφορα και ευνοούν λύσεις που επί της ουσία δικαιώνουν τον παράνομο εισβολέα και κατακτητή», είπε.


«Στην Δυτική Συμμαχία και την Ευρωπαϊκή Ένωση ανήκουμε και ορθώς, γιατί με όλες τους τις αδυναμίες, δυστυχώς κατακόρυφα αυξανόμενες τελευταία, είναι η προτιμότερη, ίσως και η μοναδική, εναλλακτική που έχουμε. Ήρθε όμως η ώρα να τους πούμε ότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Ότι οι απαιτήσεις συνοδεύονται από κάποια αντιπαροχή. Ότι δεν μπορείς μονίμως να ζητάς χωρίς να δίνεις τίποτα. Ότι όλα τα μέλη μιας συμμαχίας και μιας ένωσης δικαιούνται τον αυτό σεβασμό, παρόμοια στήριξη, αμοιβαία αλληλεγγύη. Και μάλιστα όταν το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η ικανοποίηση αυθαίρετων αξιώσεων, αλλά η αποδοχή και εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου», υπογράμμισε.

Σημείωσε, δε, δηκτικά ότι «θα ακουστεί και πάλι ο γνωστός αντίλογος. Μα μήπως γινόμαστε κουραστικοί, μονότονοι, ενοχλητικοί με τις μόνιμες διαμαρτυρίες και αντιρρήσεις μας; Μήπως δεν πρέπει να απασχολούμε τους άλλους με τα δικά μας, ειδικά όταν σύμμαχοι και εταίροι ασχολούνται με τα μεγάλα; Μήπως χαρακτηριστούμε μεμψίμοιροι αναφερόμενοι, επαναλαμβανόμενα, στο Αιγαίο, στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, στην Κύπρο, στην στάση των Σκοπίων; Αυτή η προσέγγιση είναι η επιτομή της υποτέλειας. Κανένας δεν σέβεται κάποιον που δεν υπερασπίζεται τα δίκαια του, τις αρχές του, την πατρίδα του. Και κανένας δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του σοβαρά αυτόν που δεν αντέχει να ορθώσει το ανάστημά του όταν θίγεται».

Κάνοντας μια συνολική αποτίμηση της κατάστασης, ο Κ. Καραμανλής έκανε ειδική αναφορά στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, λέγοντας ότι «εστιάζω στην κοινωνική δυσαρέσκεια και την συνακόλουθη πολιτική αναστάτωση που παρακολουθούμε εντεινόμενη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η διαρκώς αυξανόμενη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η μεγάλη συρρίκνωση της άλλοτε ακμάζουσας μεσαίας τάξης, οι αυστηρές περικοπές στο κοινωνικό κράτος, λόγω της άκαμπτης δημοσιονομικής αυστηρότητας, η έλλειψη αισιόδοξης προοπτικής για τους πολλούς, τους λιγότερο ευνοημένους και τους νέους, συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα για το μέλλον της ηπείρου μας. Η μεγάλη πλειοψηφία αισθάνεται παραγκωνισμένη, αδικημένη και κυρίως με άδηλο το μέλλον. Αποκλεισμένη από το τραπεζικό σύστημα, κυνηγημένη από απρόσωπα funds, με αυξανόμενα αδιέξοδα στις ευκαιρίες εργασίας, την στέγαση, τις ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας. Χωρίς εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη».

Τόνισε, δε, ότι «το ισχύον κοινωνικοπολιτικό μοντέλο αμφισβητείται και απονομιμοποιείται. Οι εύκολοι και αβασάνιστοι αφορισμοί από τις ευημερούσες ελίτ και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης περί ακροδεξιάς επέλασης, ψεκασμένων και παρασυρμένων από ανέξοδους λαϊκισμούς, όχι απλώς δεν συνιστά επαρκή απάντηση, αλλά στην ουσία επιβαρύνει την κατάσταση. Όταν οι σταθεροί ψηφοφόροι των παραδοσιακών κομμάτων στην Γερμανία, την Γαλλία και την Αγγλία εγκαταλείπουν μαζικά την μόνιμη πολιτική τους στέγη, κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει. Η απονομιμοποίηση του μεταπολεμικού κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος με ευθύνη της Ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης, πολιτικής και οικονομικής, έρχεται καλπάζοντας και βάζει σε κίνδυνο την ομαλότητα, την κοινωνική συνοχή και ηρεμία, τον τρόπο ζωής που γνωρίσαμε. Η βοή των πλησιαζόντων γεγονότων τείνει να γίνει εκκωφαντική».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου